Η συμπλήρωση των 200 ετών από την ίδρυση της Ερμούπολης (1826–2026) προσφέρει την ευκαιρία επαναξιολόγησης της ιστορικής της πορείας, όχι μόνο ως εμπορικού και ναυτιλιακού κέντρου του Αιγαίου, αλλά και ως σημαντικού πυρήνα παιδείας και επιστημονικής καλλιέργειας. Στο πλαίσιο αυτό, η συλλογή των Εποπτικών Οργάνων του 19ου αιώνα του Γυμνασίου Σύρου αποτελεί ένα εξαιρετικά σημαντικό υλικό, τεκμήριο της εκπαιδευτικής ιστορίας της πόλης.
Τα Εποπτικά Όργανα που σήμερα διασώζονται στις προθήκες του Εργαστηριακού Κέντρου Φυσικών Επιστημών (ΕΚΦΕ) στο σχολικό συγκρότημα Λυκείων στο Μάννα, χρονολογούνται κυρίως από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα έως τις αρχές του 20ου. Η χρήση τους εντάσσεται στο ευρύτερο παιδαγωγικό ρεύμα της εποχής, το οποίο προωθούσε τη διδασκαλία μέσω της παρατήρησης και του πειραματισμού, σε αντιστοιχία με τα ευρωπαϊκά εκπαιδευτικά πρότυπα.
Η συλλογή των 45 οργάνων εκείνης της εποχής (1880 – 1900) αποτελούν ένα αναπόσπαστο στοιχείο της ιστορίας της Ερμούπολης, αλλά και της Σύρου γενικότερα, η οποία κάλλιστα θα μπορούσε να “υιοθετηθεί” από τον Σύλλογο Φίλων του Βιομηχανικού Μουσείου, αλλά και από το Τμήμα Πολιτισμού του Δήμου Σύρου - Ερμούπολης, ώστε να συμπεριληφθούν στα μόνιμα εκθέματα του Μουσείου.
Οι πολίτες της Σύρου, οι επισκέπτες της, αλλά κυρίως η μαθητική κοινότητα του νησιού και της χώρας γενικότερα είναι σημαντικό να γίνουν κοινωνοί του δυναμικού, πρωτοποριακού μορφωτικού περιβάλλοντος που αναπτύχθηκε σε αυτόν τον τόπο τον 19ο αιώνα.
Το Γυμνάσιο Σύρου συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα εκπαιδευτικά ιδρύματα της νεότερης Ελλάδας
Η Ερμούπολη ήδη από τον 19ο αιώνα, ανέπτυξε ένα ιδιαίτερα δυναμικό μορφωτικό περιβάλλον, αποτέλεσμα της οικονομικής της ευημερίας και της παρουσίας ενός αστικού πληθυσμού με έντονο ενδιαφέρον για την εκπαίδευση. Το Γυμνάσιο Σύρου συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα εκπαιδευτικά ιδρύματα της νεότερης Ελλάδας, ενώ η προμήθεια και χρήση εποπτικών οργάνων καταδεικνύει την πρόθεση για σύγχρονη και ποιοτική διδασκαλία των θετικών επιστημών.
Καθοριστική για την ανάδειξη και τεκμηρίωση της συλλογής, υπήρξε η συστηματική έρευνα του εκπαιδευτικού και χημικού, Τζώρτζη Μακρυωνίτη. Μέσα από πολυετή ενασχόληση, προχώρησε στην καταγραφή, αναγνώριση, φωτογράφιση, ταξινόμηση και ιστορική τεκμηρίωση των οργάνων, καθώς και στη συγκριτική τους μελέτη με αντίστοιχα εκπαιδευτικά αντικείμενα συλλογών σε διεθνές επίπεδο. Το ερευνητικό του έργο, που αποτυπώθηκε σε σχετικές εκδόσεις και αρχειακό υλικό, συνέβαλε ουσιαστικά στην ανάδειξη ενός έως πρότινος σχεδόν άγνωστου τμήματος της εκπαιδευτικής κληρονομιάς της Σύρου.
“Όλα ξεκίνησαν το 1989, όταν διορίστηκα στο 1ο Γυμνάσιο. Είχα βρει τα συγκεκριμένα αντικείμενα στις αποθήκες του σχολείου. Η μεγάλη τους αξία ήταν πρόδηλη και για το λόγο αυτό τα συγκέντρωσα και τα τοποθέτησα σε ασφαλές σημείο στο εργαστήριο φυσικοχημείας που οργάνωσα τότε. Όταν ανέλαβα υπεύθυνος του Εργαστηριακού Κέντρου Φυσικών Επιστημών Κυκλάδων, τα μετέφερα στους χώρους του ΕΚΦΕ, όπου έγινε η καταγραφή, αλλά και η ιστορική έρευνα, η οποία κατέδειξε έναν ιστορικό “θησαυρό””, δήλωσε αρχικά στην “Κοινή Γνώμη”, ο κ. Μακρυωνίτης.
Η συμβολή της έρευνας αυτής δεν περιορίζεται στη διάσωση αντικειμένων, αλλά επεκτείνεται στη συγκρότηση ιστορικής μνήμης γύρω από τον ρόλο της επιστημονικής εκπαίδευσης στην Ερμούπολη του 19ου αιώνα. Η τεκμηρίωση της συλλογής αναδεικνύει τη συστηματική προσπάθεια της τοπικής κοινωνίας να ενσωματώσει τις νεωτερικές επιστημονικές αντιλήψεις στην εκπαιδευτική πράξη.
Εκτός όμως από τη διάσωση και την καταγραφή αυτών των σημαντικών εκπαιδευτικών οργάνων, με την ιστορική τους τεκμηρίωση, ο κ. Μακρυωνίτης σε συνεργασία με το Νίκο Ρούμελη χημικό-σύμβουλο φυσικών επιστημών, την Καλλιόπη Κωνσταντινίδου βιολόγο-υπεύθυνη ΕΚΦΕ και τον Γιώργο Αυγέρη εκπαιδευτικό πληροφορικής, προχώρησαν το 2018 στην έκδοση του ηλεκτρονικού βιβλίου με τίτλο “ΕΠΟΠΤΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ Γυμνασίου Σύρου 19ος αιώνας” το οποίο είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα του www.makryonitis.gr.
Μεταξύ άλλων, ο κ. Μακρυωνίτης ανέφερε: “Πολλά από τα διασωθέντα όργανα είναι πλήρη και λειτουργικά. Αναζητώντας ιστορικά στοιχεία και ντοκουμέντα, ακόμη και μέσω του Ιστορικού Αρχείου Κυκλάδων, ανακαλύψαμε ότι κάποια από τα Εποπτικά Όργανα είναι κατασκευασμένα στο Παρίσι από τον οίκο DUCREΤTET. Το ξύλο, ο χαλκός, ο ορείχαλκος και το γυαλί είναι τα υλικά κατασκευής τους. Από την έρευνα στο διαδίκτυο προκύπτει η σπανιότητα και η μεγάλη τους ιστορική αξία. Ορισμένα από αυτά δεν εντοπίστηκαν ούτε στις πληρέστερες συλλογές και καταλόγους που έχουν αναρτηθεί στο διαδίκτυο (Πανεπιστημίων, εμπορικών οίκων, ιδιωτών κ.λ.π.). Στο βιβλίο παρουσιάζονται 45 όργανα τα οποία ταξινομούνται σε οκτώ θεματικές ενότητες (ηλεκτρισμός, μαγνητισμός, οπτική, μηχανική ρευστών, χημεία, γεωλογία, αστρονομία, γεωγραφία) κατά αύξοντα αριθμό. Θεωρήσαμε ότι η φωτογραφία αποτελεί τη σημαντικότερη πληροφορία για τα όργανα και ως εκ τούτου αποφύγαμε περιγραφές και γενικότερα την όποια παράθεση πληροφοριών εκτός από τη χρήση υπερσυνδέσμων που παραπέμπουν σε συλλογές και καταλόγους με αντίστοιχα όργανα σε όλο τον πλανήτη και δίνουν διάφορες πληροφορίες για αυτά. Στο τελευταίο μέρος του βιβλίου παρατίθενται αντίγραφα των βιβλίων υλικού του Γυμνασίου Σύρου του 1886 και 1887-1910 τα οποία παραχωρήθηκαν από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους- Ιστορικό Αρχείο Κυκλάδων. Στο πλαίσιο των εορτασμών για τα 200 χρόνια της Ερμούπολης, τα εποπτικά όργανα του Γυμνασίου Σύρου αποκτούν ιδιαίτερη συμβολική και ιστορική αξία. Δεν αποτελούν απλώς εκπαιδευτικά εργαλεία μιας άλλης εποχής, αλλά υλικές μαρτυρίες της πορείας της πόλης προς τον εκσυγχρονισμό, τη γνώση και την πνευματική ανάπτυξη”.
Η μελέτη και ανάδειξή των οργάνων, φωτίζει μια σημαντική αλλά λιγότερο γνωστή πτυχή της ιστορίας της Ερμούπολης, τη σταθερή της προσήλωση στην εκπαίδευση ως θεμέλιο κοινωνικής προόδου και πολιτισμικής ταυτότητας.
Μεταξύ άλλων στο βιβλίο αναφέρεται: “Είναι φανερό ότι η αρχική ανάπτυξη του ιστορικού Γυμνασίου Σύρου οφείλεται στην εμπειρία, στις καινοτομικές ιδέες και στη δράση του Νεόφυτου Βάμβα. Η επιρροή του από τη Σχολή της Χίου και από την Ιόνιο Ακαδημία, τον κάνει να αφουγκράζεται ότι η διδασκαλία του μαθήματος “Φυσικές Επιστήμες” οφείλει να ακολουθήσει τα πρότυπα των σχολών της εποχής του. Άρα ήταν απαραίτητη η εκτέλεση πειραμάτων φυσικής και χημείας, διότι το πείραμα αποτελεί στοιχείο της επιστημονικής μεθόδου και αυτή ήταν η πρακτική των τελευταίων προεπαναστατικών χρόνων στα μαθήματα των Φυσικών Επιστημών”.
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι ο κ. Μακρυωνίτης, υπέρμαχος της πειραματικής διδασκαλίας των φυσικών επιστημών, συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία σύγχρονων εργαστηρίων Φυσικών Επιστημών σε όλα τα Γυμνάσια και Λύκεια στις Κυκλάδες, οι οποίες είναι ο μόνος νομός στην Ελλάδα που όλα τα Γυμνάσια διαθέτουν σύγχρονα εργαστήρια Φ.Ε..