Σχεδόν πέντε χρόνια περισσότερο από τον μέσο Ευρωπαίο μένουν στο πατρικό οι νέοι στην Ελλάδα, καθώς η έξοδος προς μια ανεξάρτητη ζωή συνδέεται στενά με τη δυνατότητα να βρουν και να διατηρήσουν μια θέση στην αγορά εργασίας. Η χώρα βρίσκεται στις υψηλότερες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την ηλικία αποχώρησης από την οικογενειακή στέγη, με το «διαβατήριο» για ένα δικό τους σπίτι να έρχεται μετά τα 30.
Αυτό αποτυπώνουν τα νέα στοιχεία της Eurostat που δημοσιεύθηκαν στις 15 Σεπτεμβρίου 2026, στην ανάλυση με τίτλο «When do young people leave the parental home?». Σύμφωνα με αυτά, στην Ελλάδα οι νέοι εγκαταλείπουν την οικογενειακή στέγη κατά μέσο όρο στα 30,9 χρόνια, έναντι 26,3 ετών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο φτάνει έτσι τα 4,6 χρόνια.
Η Ελλάδα καταγράφει τη δεύτερη υψηλότερη ηλικία στην ΕΕ, μαζί με τη Σλοβακία. Μόνο στην Κροατία οι νέοι φεύγουν αργότερα, στα 31,5 χρόνια, ενώ ακολουθούν η Ισπανία και η Ιταλία, όπου η μέση ηλικία διαμορφώνεται στα 30,2 χρόνια.
Στην άλλη άκρη της Ευρώπης, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Στη Φινλανδία οι νέοι φεύγουν από το σπίτι των γονιών τους κατά μέσο όρο στα 21,4 χρόνια και στη Δανία στα 21,8, ενώ σε Εσθονία και Λιθουανία η αντίστοιχη ηλικία είναι 22,7 χρόνια. Η απόσταση ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Φινλανδία φτάνει έτσι τα 9,5 χρόνια.
Η σύγκριση γίνεται ακόμη πιο χαρακτηριστική εάν εξεταστεί η πορεία του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Το 2025 οι νέοι στην ΕΕ έφευγαν από την οικογενειακή στέγη κατά μέσο όρο στα 26,3 χρόνια, έναντι 26,2 ετών το 2024. Σύμφωνα με τη Eurostat, από το 2002 ο ευρωπαϊκός μέσος όρος παραμένει κοντά στα 26 χρόνια.
Στην ίδια ανάλυση η Eurostat βάζει στην εξίσωση και την αγορά εργασίας. Το 2025 το ποσοστό απασχόλησης των νέων ηλικίας 20 έως 29 ετών στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν 65,5%. Η σύγκριση μεταξύ των χωρών δείχνει ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις όπου οι νέοι φεύγουν από το πατρικό νωρίτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η απασχόληση στις συγκεκριμένες ηλικίες βρίσκεται πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η Ολλανδία, η Δανία, η Γερμανία και η Σουηδία. Πρόκειται για χώρες στις οποίες οι νέοι τείνουν να εγκαταλείπουν νωρίτερα την οικογενειακή στέγη και παράλληλα καταγράφονται υψηλότερα ποσοστά απασχόλησης στις ηλικίες 20–29 ετών.
Στην αντίθετη πλευρά βρίσκεται η Ελλάδα, μαζί με την Κροατία, την Ισπανία και την Ιταλία. Σε αυτές τις χώρες οι νέοι εγκαταλείπουν αργότερα την οικογενειακή στέγη και τα ποσοστά απασχόλησης στις ηλικίες 20–29 ετών βρίσκονται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η Eurostat επισημαίνει αυτή τη συσχέτιση, χωρίς να αποδίδει την παραμονή στο πατρικό αποκλειστικά στην κατάσταση της αγοράς εργασίας.
Πίσω από το «30,9 χρόνια» υπάρχει, πάντως, μια σημαντική μεθοδολογική λεπτομέρεια. Δεν σημαίνει ότι όλοι οι νέοι στην Ελλάδα φεύγουν από το πατρικό σε αυτή ακριβώς την ηλικία. Ο δείκτης της Eurostat, ο οποίος βασίζεται στην Έρευνα Εργατικού Δυναμικού της ΕΕ και αφορά τις ηλικίες 15 έως 34 ετών, αποτυπώνει την εκτιμώμενη ηλικία στην οποία το 50% του πληθυσμού δεν ζει πλέον στο ίδιο νοικοκυριό με τον έναν ή και τους δύο γονείς του.
Το στοιχείο αυτό κάνει ακόμη πιο καθαρή την ελληνική εικόνα. Στα 30,9 χρόνια, δηλαδή λίγο πριν από τα 31, μόλις οι μισοί νέοι έχουν πλέον φύγει από την οικογενειακή στέγη. Στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το ίδιο σημείο έρχεται στα 26,3 χρόνια και στη Φινλανδία ήδη από τα 21,4.
Η διαφορά αυτή, σε συνδυασμό με τα στοιχεία για την απασχόληση των νέων, τοποθετεί την Ελλάδα σε μια ομάδα χωρών του ευρωπαϊκού Νότου και της ανατολικής Ευρώπης όπου η μετάβαση από την οικογενειακή στέγη στην ανεξάρτητη διαβίωση γίνεται αισθητά αργότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Αυτό είναι πλέον καθαρό ως προς την πηγή και τις διατυπώσεις: δεν βάζουμε ενοίκια, μισθούς ή ποσοστό απασχόλησης για την Ελλάδα που δεν δίνει η συγκεκριμένη δημοσίευση και κρατάμε όλα τα βασικά αριθμητικά ευρήματα που περιλαμβάνει για την ελληνική περίπτωση.
Protothema.gr