Τη θεσμοθέτηση «Νομικού Συμπαραστάτη» για τους εκπαιδευτικούς σε επίπεδο Διευθύνσεων Εκπαίδευσης, επιχειρώντας να δώσει απάντηση σε ένα χρόνιο αίτημα του κλάδου για ουσιαστική νομική κάλυψη στο πεδίο, ανακοίνωσε η υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη, μιλώντας σήμερα στο κρατικό ραδιόφωνο της ΕΡΤ.
"Εμείς κοιτάμε πράγματι το ζήτημα της νομικής υποστήριξης και σε επίπεδο Διευθύνσεων Εκπαίδευσης, γιατί καταλαβαίνετε ότι υπάρχουν πολλές περιπτώσεις και πολλά ζητήματα, στα οποία μπορεί κάποιος να βρεθεί με μια νομική εκκρεμότητα. Κάποια από αυτά έχουν και ιδιωτικό χαρακτήρα", είπε χαρακτηριστικά η υπουργός Παιδείας και πρόσθεσε:"Ωστόσο, ως προς τη γενικότερη ασφάλεια και καθοδήγηση, εμείς θέλουμε να βοηθήσουμε όσο γίνεται τις Διευθύνσεις Εκπαίδευσης με έναν τρόπο εφικτό και υλοποιήσιμο".
Όπως ανέφερε, η πρωτοβουλία αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια ενίσχυσης της ασφάλειας και της καθημερινής λειτουργίας των σχολικών μονάδων, δεδομένου ότι, όπως σημείωσε, ολοένα και περισσότεροι εκπαιδευτικοί βρίσκονται αντιμέτωποι με νομικές εκκρεμότητες ή σύνθετες υποθέσεις που άπτονται της άσκησης των καθηκόντων τους.
Η ίδια υπογράμμισε ότι η πολιτική ηγεσία του υπουργείου, αποτελούμενη σε μεγάλο βαθμό από ανθρώπους με εκπαιδευτική εμπειρία, έχει άμεση εικόνα των δυσκολιών που αντιμετωπίζονται στην πράξη.
Στο πλαίσιο αυτό, όπως είπε, προωθείται ένα μοντέλο νομικής υποστήριξης «εφικτό και υλοποιήσιμο», με έμφαση στις Διευθύνσεις Εκπαίδευσης, αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι η πλήρης κάλυψη σε πανελλαδικό επίπεδο απαιτεί σημαντική οργανωτική υποδομή.
Παράλληλα, η υπουργός έκανε γνωστό ότι το θέμα έχει ήδη τεθεί τόσο στους Διευθυντές Εκπαίδευσης όσο και στους εκπαιδευτικούς, ενώ αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης και σε πρόσφατη συνάντηση με την ΟΛΜΕ.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στις δυσλειτουργίες που καταγράφονται στη διαχείριση ζητημάτων στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Όπως επισημάνθηκε, συχνά υποθέσεις που φτάνουν από τα σχολεία στις αρμόδιες Διευθύνσεις «κολλάνε» σε διοικητικά επίπεδα, χωρίς να προχωρούν, γεγονός που αποδίδεται σε «σπασμένους κρίκους» της διοικητικής αλυσίδας.
«Το ζητούμενο δεν είναι να διαιωνίζονται τα προβλήματα, αλλά να εντοπίζεται το σημείο όπου παρουσιάζεται εμπλοκή και να επιλύεται άμεσα», τονίστηκε χαρακτηριστικά.
Στο ίδιο πλαίσιο, η υπουργός ανέδειξε τη σημασία της πρόληψης, δίνοντας έμφαση στην ενίσχυση της παρουσίας ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών στα σχολεία, καθώς και στην επιμόρφωση των εκπαιδευτικών.
Όπως σημείωσε, ο έγκαιρος εντοπισμός αλλαγών στη συμπεριφορά των μαθητών μπορεί να λειτουργήσει καθοριστικά, όχι τιμωρητικά αλλά υποστηρικτικά.
Ωστόσο, αναγνώρισε και την έντονη πίεση που αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευτικοί στην καθημερινότητά τους, με πολλαπλές υποχρεώσεις που δυσχεραίνουν την ουσιαστική παρέμβαση σε όλα τα επίπεδα.
Τέλος, η υπουργός αναφέρθηκε στην ανάγκη στήριξης και των οικογενειών, προαναγγέλλοντας δράσεις ενδυνάμωσης γονέων, όπως η επαναλειτουργία δομών τύπου «Σχολών Γονέων» (ed parents), με ενημερωτικές δράσεις και εξ αποστάσεως υποστήριξη σε ζητήματα ψυχικής υγείας. Παράλληλα, έγινε αναφορά και σε συνεργασίες με φορείς, όπως το Ίδρυμα Νιάρχος, για την υλοποίηση σχετικών προγραμμάτων για μαθητές και γονείς.
Τα κενά στα σχολεία διαχρονικό πρόβλημα – Δημογραφικό, ολιγομελή τμήματα και απρόβλεπτες άδειες οι βασικές αιτίες
Η Σοφία Ζαχαράκη αναγνώρισε δημόσια το διαχρονικό πρόβλημα των κενών στα σχολεία, με αφορμή καταγγελία γονέα ότι μαθήτρια στον Πειραιά δεν έχει καθηγητή Γερμανικών από την αρχή της σχολικής χρονιάς.
Σύμφωνα με την υπουργό, τα κενά —ιδίως σε μαθήματα ειδικοτήτων— δεν αποτελούν μεμονωμένο περιστατικό, αλλά συνδέονται με μια σειρά διαρθρωτικών και συγκυριακών παραγόντων που επηρεάζουν τη λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος.
Όπως εξήγησε, βασική αιτία αποτελεί η ανάγκη διατήρησης ολιγομελών τμημάτων σε όλη τη χώρα, λόγω και των επιπτώσεων του δημογραφικού. Το γεγονός αυτό αυξάνει τις απαιτήσεις σε εκπαιδευτικό προσωπικό, ακόμη και σε περιοχές με περιορισμένο αριθμό μαθητών.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στις αιφνίδιες μεταβολές που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς, όπως άδειες εκπαιδευτικών ή άλλες υπηρεσιακές μετακινήσεις, οι οποίες δυσχεραίνουν την έγκαιρη κάλυψη των θέσεων. «Είναι πρακτικά αδύνατο να διασφαλιστεί ότι δεν θα υπάρξουν κενά μέσα στη χρονιά», σημείωσε χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι οποιαδήποτε αντίθετη διαβεβαίωση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Επιπλέον, η υπουργός στάθηκε στο ζήτημα των περιορισμένων πιστώσεων, επισημαίνοντας ότι σε αρκετές περιπτώσεις δίνεται προτεραιότητα σε άλλες ειδικότητες, με αποτέλεσμα μαθήματα όπως οι ξένες γλώσσες να μένουν ακάλυπτα.
Ως προς την αντιμετώπιση του προβλήματος, το υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων προωθεί, όπως είπε, ένα νέο μοντέλο διοικητικού και οργανωτικού σχεδιασμού, με αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων για την έγκαιρη πρόβλεψη των αναγκών.
Παράλληλα, σχεδιάζεται η επίσπευση των προσλήψεων αναπληρωτών, με στόχο να ολοκληρώνονται στο τέλος Αυγούστου και τις πρώτες ημέρες του Σεπτεμβρίου, ώστε οι εκπαιδευτικοί να αναλαμβάνουν εγκαίρως υπηρεσία.
Ωστόσο, η ίδια ξεκαθάρισε ότι, παρά τις βελτιωτικές παρεμβάσεις, το φαινόμενο των κενών δεν μπορεί να εξαλειφθεί πλήρως, καθώς —όπως υπογράμμισε— πρόκειται για ένα σύνθετο και διαχρονικό ζήτημα της δημόσιας εκπαίδευσης.