Όχι πασχαλινά σε πίνακες και γλυπτά

Αααχ, Πάσχα. Η Τέχνη στη Σύρο περνά των Παθών της τον τάραχο. Σταυρώνεται και με το αίμα της ποτίζει ζέρμπερες και γλαδιόλες. Γι’ αυτό προσέξτε… Όχι λουλούδια, όχι βαμμένα αυγά σε πίνακες και γλυπτά. Για να μπορούμε να χαιρόμαστε όλοι μας τους «Ορίζοντες», πριν ο Βαρώτσος τους πάρει παραμάσχαλα και αρχίσει να τρέχει. «Κόκορας αν δε λαλήσει, το χωριό δεν θα ξυπνήσει».

Αυτό είναι το πρόβλημά μας. Αν πρώτα δε γίνει η στραβή και δε βουίξει το νησί, κάποιοι δε φιλοτιμούν να βγουν μονάχοι τους από το λήθαργο. Και για να κλείσουν τα στόματα, μαζεύουν την «πατάτα» τους, τη μαγειρεύουν πουρέ και μας τον σερβίρουν. «Φάτε, δεν έγινε τίποτα».

Δυστυχώς γι’ αυτούς, οι φωτογραφίες όπως και τα γραπτά… μένουν. Μία εικόνα ισοδυναμεί με χίλιες λέξεις και η εικόνα των πασχαλινών στεφανιών πάνω στο έργο του διεθνούς φήμης γλύπτη Κώστα Βαρώτσου, μπορεί να αποτελέσει έμπνευση για ένα μακροσκελές κείμενο στο οποίο να αναφέρονται επακριβώς οι λόγοι που το «νησί του πολιτισμού» κινδυνεύει να έχει την τύχη του γεφυριού της Άρτας. Ό,τι χτίζεται ολημερίς, το βράδυ γίνεται γιαπί. Οι ορίζοντες ορισμένων είναι πιο στενοί και από τους δρόμους του Βροντάδου.

Τον σύμβουλο τουρισμού, να τον καταλάβω. Αλλά να χρειάζεστε σύμβουλο ακόμη και για τα αυτονόητα, αυτό πάει πολύ. Το κόστος δεν είναι οικονομικό, αλλά ψυχικό. Πώς να διαχειριστούμε το γεγονός ότι πολλοί αδυνατούν να ξεχωρίσουν ένα έργο τέχνης από μια ραφιέρα; Ένας πίνακας ή ένα γλυπτό δεν είναι ούτε η τηλεόραση ούτε το τραπεζάκι του σαλονιού μας να του στολίσουμε πάνω ένα σεμέν. Ο καθένας στο σπίτι του έχει το δικαίωμα να κάνει ό,τι θέλει. Να κρεμάσει την Τζοκόντα πάνω από τον μπιντέ, να ντύσει τον Κούρο με μια φούξια συνθετική γούνα, να πάρει τα «Κορίτσια» του Ρενουάρ και στη θέση του πιάνου να βάλει μπαγλαμά. Κανείς δεν μπορεί να επέμβει στο προσωπικό γούστο του άλλου που δεν επηρεάζει το σύνολο. Όμως οι επεμβάσεις σε ένα έργο τέχνης που προσφέρθηκε για να παραμείνει στο νησί και να κοσμεί το λιμάνι του είναι κατακριτέες και παράλληλα αποτελούν ύβρη προς τον ίδιο τον καλλιτέχνη.

Οι «Ορίζοντες» δεν είναι η μασκότ γνωστής επιχείρησης του νησιού που δέχεται διακοσμητικές πινελιές ανάλογα με την εποχή. Δεν θα πάμε στον Μιαούλη να του κρεμάσουμε κάλτσες τα Χριστούγεννα, να του φορέσουμε σομπρέρο στο Καρναβάλι, να του βάλουμε φέσι στις Εθνικές Επετείους, να του δώσουμε να κρατάει λαμπάδα τη Μεγάλη Εβδομάδα και σανίδα του σερφινγκ το καλοκαίρι. Ο δημόσιος χώρος δεν είναι το σπίτι μας. «Αχ, το έπιπλο μπροστά στο καθρέφτη είναι γυμνό, ας του προσθέσω μια κότα με αυγά να είμαστε εντός κλίματος».

Όσο άκομψη θεωρείται η γραφή συνθημάτων σε τοίχους ιστορικών κτιρίων, άλλο τόσο θεωρείται και η «λαογραφική» παρέμβαση –καλοπροαίρετη ή μη- σε ένα έργο τέχνης που δεν έχει ανάγκη από περαιτέρω στολίδια. Αν τα στεφάνια, πασχαλινά, μαγιάτικα, πένθιμα κλπ- ήταν μέρος της αρχής σύλληψης του δημιουργού, θα τα είχε εντάξει μόνος του στο έργο εξ’ αρχής. Δεν θα είχε αφήσει manual στους ιθύνοντες να τους εξηγεί τι θα πρέπει να βάλουν και πότε.

Μεγαλύτερο πρόβλημα ακόμη και από την έλλειψη στοιχειώδους καλλιτεχνικής παιδείας, είναι η αίσθηση κάποιων ότι μπορούν να λειτουργούν αυθαίρετα σε αυτόν τον τόπο σαν να είναι τσιφλίκι τους. Κάνουν ό,τι κατεβάσει η κούτρα τους, χωρίς να το αξιολογήσουν και χωρίς να το σκεφτούν λίγο παραπάνω. Κι όταν βρεθεί κάποιος να επισημάνει την αστοχία τους, τότε προσπαθούν να τον βγάλουν από υπερβολικό και παράλογο μέχρι εχθρό του νησιού. Πόσο δύσκολο είναι να καταλάβουν ότι κάποια πράγματα, δεν τα πειράζουμε; Τόση έκταση έχει η παραλιακή ζώνη. Οι «Ορίζοντες» του Βαρώτσου έπρεπε να ανθίσουν; Δε φτάνει που τόσο καιρό τρέμουμε μην πάει κανείς να καταστρέψει το έργο... Τώρα θα πρέπει να φοβόμαστε μην πιάσει και μουχρίτσα;

Αφήστε τα έργα τέχνης στην ησυχία τους, γιατί σέρνονται και αλλεργίες. Κρίμα είναι να σταθεί κανείς μπροστά στους κύκλους για να βγει μια αναμνηστική φωτογραφία και να φύγει με καταρροή και πρησμένα μάτια. Εκτός κι αν καλύπτετε εσείς το κόστος των αντισταμινικών. Εκεί πάω πάσο. Ξαναβάλτε τα.