«Ουδέν μονιμότερον του προσωρινού». Η παροιμιώδης αυτή φράση βρίσκει την απόλυτη, σχεδόν κυνική δικαίωσή της στην ελληνική μνημονιακή και μεταμνημονιακή πραγματικότητα, μέσα από τη διαδρομή της φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας.
Από το 2011, όταν η χώρα βρισκόταν στο χείλος του δημοσιονομικού γκρεμού, έως και σήμερα, πάνω από 6.000.000 Έλληνες ιδιοκτήτες ακινήτων μετατράπηκαν στη μόνιμη, εύκολη και «αιμορραγούσα» δεξαμενή για τη διάσωση και τη συντήρηση των δημόσιων οικονομικών.
Σήμερα, 20 Αυγούστου 2026, οκτώ χρόνια μετά την έξοδο από τα μνημόνια, αλλά και από τη μεταμνημονιακή εποπτεία, αυτό που ξεκίνησε ως ένα έκτακτο -υποτίθεται- βραχυπρόθεσμο «χαράτσι», για να αποφευχθεί η άτακτη χρεοκοπία, εξελίχθηκε σε έναν δομικό, αμετακίνητο πυλώνα μόνιμης στήριξης των φορολογικών εσόδων, σε έναν αυτόματο εισπρακτικό μηχανισμό που επιβιώνει σχεδόν ανέπαφος, παρά τη λήξη των μνημονίων, τις αλλεπάλληλες πολιτικές αλλαγές και τις θριαμβευτικές κυβερνητικές εξαγγελίες για φορολογικές ελαφρύνσεις.
Η ακτινογραφία των εσόδων από τη φορολόγηση της κατοχής ακινήτων κατά την τελευταία δεκαπενταετία σοκάρει και αποκαλύπτει το μέγεθος της αφαίμαξης. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους από τους εκτελεσθέντες προϋπολογισμούς και τους απολογισμούς της ΑΑΔΕ, την περίοδο 2011-2026 το συνολικό ποσό που βεβαιώθηκε σε βάρος των φορολογουμένων για τους φόρους κατοχής ακινήτων (ΕΕΤΗΔΕ, ΕΕΤΑ και ΕΝΦΙΑ) αγγίζει το αστρονομικό νούμερο των 43,3 δισ. ευρώ. Από αυτά, παρά τη βαθιά οικονομική ύφεση, τη δραματική μείωση των μισθών, την κατάρρευση των εισοδημάτων και την κατακόρυφη πτώση της αγοραστικής δύναμης, οι πολίτες πλήρωσαν από το υστέρημά τους πάνω από 34,4 δισ. ευρώ, χωρίς να συνυπολογίζονται οι υπολειπόμενες μελλοντικές εισπράξεις από τις εναπομείνασες άληκτες δόσεις του ΕΝΦΙΑ του 2026 (οι οποίες λήγουν έως τον Φεβρουάριο του 2027). Η εισπραξιμότητα των εν λόγω φόρων, η οποία κινήθηκε σταθερά σε εντυπωσιακά επίπεδα άνω του 80% με 85%, αποδεικνύει περίτρανα ότι η ελληνική οικογένεια προτίμησε να στερηθεί βασικές ανάγκες της καθημερινότητάς της προκειμένου να μη χάσει τα σπίτια και τις περιουσίες που έχτισε με τους κόπους ολόκληρων γενεών.
Η σύνδεση με το ρεύμα
Η ιστορία της μεγάλης αυτής φορολογικής επιδρομής ξεκινά το δραματικό φθινόπωρο του 2011, με τη νομοθέτηση του διαβόητου Έκτακτου Ει δικού Τέλους Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών (ΕΕΤΗΔΕ). Οι τότε πολιτικοί ταγοί και οι υπουργοί των μνημονιακών κυβερνήσεων διαβεβαίωναν, σε όλους τους τόνους, από το βήμα της Βουλής και στα τηλεοπτικά παράθυρα, ότι πρόκειται για μια έκτακτη εισφορά, με προσωρινό και όχι μόνιμο χαρακτήρα. Για να διασφαλιστεί μάλιστα η άμεση ροή χρήματος ο φόρος συν δέθηκε απευθείας με τους λογαριασμούς της ΔΕΗ. Όποιος αδυνατούσε ή αρνιόταν να πληρώσει έβλεπε το συνεργείο της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού να του κόβει το ηλεκτρικό ρεύμα. Ήταν ένας πρωτοφανής και ωμός εκβιασμός που απέφερε στα ταμεία βεβαιώσεις ύψους περίπου 2,8 δισ. ευρώ ετησίως τη διετία 2011-2012, με τις καθαρές ετήσιες εισπράξεις να φτάνουν τα 2,1 δισ. ευρώ. Το 2013, το ΕΕΤΗΔΕ μετονομάστηκε σε ΕΕΤΑ (Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ακινήτων), διατηρώντας όμως την ίδια ακριβώς εισπρακτική φιλοσοφία και προσθέτοντας άλλα 2,3 δισ. ευρώ στο ασήκωτο βάρος των ιδιοκτητών.
Οι μνημονιακοί φόροι
Αντί όμως το «προσωρινό» αυτό μέτρο να καταργηθεί με την πάροδο της έκτακτης ανάγκης, το 2014 αντικαταστάθηκε από τον ΕΝΦΙΑ. Ο Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων ήρθε για να ενσωματώσει, να συστηματοποιήσει και τελικά να μονιμοποιήσει τις μνημονιακές απαιτήσεις, διαψεύδοντας παταγωδώς τις τότε προεκλογικές υποσχέσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης που μιλούσαν για άμεση κατάργησή του. Από το 2014 έως και το 2018 ο ΕΝΦΙΑ μετατράπηκε σε μια άκαμπτη και αμείλικτη φορολογική μηχανή. Βεβαίωνε σταθερά πάνω από 3,1 δισ. έως 3,2 δισ. ευρώ ετησίως, στοχεύοντας σε καθαρή ταμειακή είσπραξη τουλάχιστον 2,65 δισ. ευρώ κάθε χρόνο. Για μια ολόκληρη πενταετία οι ιδιοκτήτες ακινήτων βρέθηκαν εγκλωβισμένοι σε μια παράλογη μέγγενη: η πραγματική εμπορική αξία των ακινήτων τους κατέρρεε στην ελεύθερη αγορά λόγω της κρίσης, αλλά η εφορία συνέχιζε να τους φορολογεί με βάση πλασματικές, εξωπραγματικές αντικειμενικές αξίες τής προ του 2009 εποχής.
Από το 2019, το πολιτικό αφήγημα άλλαξε ελαφρώς πρόσωπο, εισάγοντας τη ρητορική των διορθώσεων και των μειώσεων. Πράγματι, εφαρμόστηκαν οριζόντιες εκπτώσεις μεσοσταθμικά κατά 22%, ενώ το 2022 θεσπίστηκε ο λεγόμενος «νέος ΕΝΦΙΑ», ο οποίος περιέκοψε περαιτέρω το συνολικό βάρος, αναδιαμόρφωσε τις κλίμακες και κατήργησε τον συμπληρωματικό φόρο για τη μεγάλη πλειονότητα των φυσικών προσώπων. Ως αποτέλεσμα, η ετήσια βεβαίωση του φόρου υποχώρησε από τα 3,1 δισ. ευρώ στα επίπεδα των 2,28 δισ. έως 2,30 δισ. ευρώ για την περίοδο 2022-2026.
Ωστόσο, ακριβώς σε αυτό το σημείο κρύβεται η μεγάλη δημοσιονομική και πολιτική οφθαλμαπάτη. Παρά τις θεσμοθετημένες μειώσεις και παρά το γεγονός ότι σήμερα, 20 Αυγούστου, συμπληρώνονται 8 χρόνια από τη λήξη των μνημονίων (20 Αυγούστου 2018) το κράτος εξακολουθεί να εισπράττει με απόλυτη συνέπεια φόρους περί τα 2 δισ. ευρώ ετησίως. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι το έτος 2024, λόγω της στρατηγικής αλλαγής στο χρονοδιάγραμμα έκδοσης των εκκαθαριστικών και της έναρξης των δόσεων νωρίτερα μέσα στο έτος, οι ταμειακές εισπράξεις εκτινάχθηκαν προσωρινά στα 2,46 δισ. ευρώ. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι, παρά την επίσημη πανηγυρική έξοδο από τα μνημόνια, την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας και την επιστροφή στην περιβόητη ευρωπαϊκή κανονικότητα, ο σκληρός πυρήνας της μνημονιακής επιβάρυνσης παραμένει απόλυτα ζωντανός και ενεργός.
Μετατροπή σε… ενοίκιο
Οι Έλληνες φορολογούμενοι συνεχίζουν να πληρώνουν ακριβά την κατοχή ιδιόκτητης στέγης. Η φιλοσοφία του συστήματος δεν άλλαξε ποτέ: η φορολόγηση δεν γίνεται επί της πραγματικής αξίας των ακινήτων και των πραγματικών κερδών ή του εισοδήματος που μπορεί να παράγει ένα ακίνητο (όπως τα ενοίκια), αλλά επί της ίδιας του της ύπαρξης. Η κατοχή περιουσίας αντιμετωπίζεται πάγια από το οικονομικό επιτελείο ως τεκμήριο πλούτου, ακόμα κι αν πρόκειται για ένα απλό διαμέρισμα μιας μικρομεσαίας οικογένειας.
Το τελικό συμπέρασμα για την ιστορική περίοδο 2011 2026 είναι αμείλικτο και δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες. Οι μνημονιακοί φόροι ακινήτων δεν αποτέλεσαν μια παροδική, εθνική θυσία για το ξεπέρασμα μιας συγκυριακής κρίσης. Ήταν μια μόνιμη, βίαιη αναδιάρθρωση του φορολογικού συστήματος, η οποία σχεδιάστηκε στις πλάτες της μεσαίας τάξης και ριζώθηκε για τα καλά στην ελληνική οικονομία.
Το αρχικό πολιτικό επιχείρημα ότι «τα τούβλα πρέπει να συνεισφέρουν στα ελλείμματα» μετατράπηκε σε μια διαρκή, ισόβια ποινή κατά της ιδιοκτησίας. Ακόμα και σήμερα, με τους δείκτες της οικονομίας να ευημερούν και τα πλεονάσματα να καταγράφουν ρεκόρ, το κράτος αρνείται πεισματικά να αποχωριστεί τα εξασφαλισμένα δισεκατομμύρια του ΕΝΦΙΑ. Οι εύκολες υποσχέσεις των περασμένων ετών αποδείχθηκαν φθηνά λόγια για την υφαρπαγή της ψήφου των πολιτών. Οι Έλληνες συνεχίζουν να καταβάλλουν έναν μόνιμο φόρο κατοχής ακίνητης περιουσίας, ο οποίος, καθώς οι δόσεις αποπληρωμής του είναι 12, έχει λάβει τη μορφή ενοικίου προς το κράτος.