ΔΝΤ και Παγκόσμια Τράπεζα δεν έδωσαν απαντήσεις στις αναπτυσσόμενες χώρες για το αυξανόμενο κόστος

Οι συναντήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας την περασμένη εβδομάδα δεν έδωσαν στον αναπτυσσόμενο κόσμο νέες απαντήσεις στα ερωτήματα που εγείρουν η εξάπλωση του πολέμου στη Μέση Ανατολή, η συνεχιζόμενη σύρραξη στην Ουκρανία, το αυξανόμενο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους και η πιθανή δημιουργία μιας «φούσκας» στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης.

Για άλλη μια φορά, οι χώρες χαμηλού εισοδήματος πλήττονται από τις παράπλευρες συνέπειες των ενεργειών των πλουσιότερων εθνών: το αυξανόμενο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, τον υψηλότερο πληθωρισμό και τον κίνδυνο να μείνουν ακόμη πιο πίσω σε οικονομικό επίπεδο, εξαιτίας της ραγδαίας ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης.

Αυτό που έλαβαν ήταν η τυποποιημένη συμβουλή που παρέχουν πάντα οι διεθνείς δανειστές: να μειώσουν τα δημοσιονομικά ελλείμματα και να επιταχύνουν τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις, ώστε να προσελκύσουν περισσότερες επενδύσεις από τον ιδιωτικό τομέα.

Η Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, η πρώτη επικεφαλής του ΔΝΤ που προέρχεται από αναπτυσσόμενη χώρα —τη Βουλγαρία—, δήλωσε ότι οι προηγμένες οικονομίες είναι, στην πραγματικότητα, οι μεγαλύτεροι παραβάτες όσον αφορά τις δημοσιονομικές ανισορροπίες. Σημείωσε ότι τα επίπεδα χρέους των αναπτυσσόμενων χωρών έχουν μειωθεί τα τελευταία χρόνια, ωστόσο η εκτίναξη των αποδόσεων των ομολόγων σε άλλες περιοχές οδήγησε σε αύξηση του κόστους δανεισμού τους.

Όπως ανέφερε, οι μέσες δαπάνες για την εξυπηρέτηση του χρέους στις χώρες αυτές έχουν υπερδιπλασιαστεί σε σχέση με πριν από μία δεκαετία, φτάνοντας το 14% των κρατικών εσόδων, γεγονός που περιορίζει τους διαθέσιμους πόρους για την εκπαίδευση, την υγεία και άλλους κρίσιμους τομείς.

Οι αναπτυγμένες οικονίες εστιάζουν στα δικά τους προβλήματα

Σε μια συζήτηση πάνελ το Σάββατο, η Γκεοργκίεβα ανέφερε ότι πολλά ζητήματα παραμένουν άλυτα, ειδικά όσον αφορά την τεχνητή νοημοσύνη:

«Βρισκόμαστε σε ένα σημείο όπου έχουμε πολύ περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις. Και η προειδοποίησή μου προς όλους είναι η εξής: Μην πέφτετε στην παγίδα εκείνων που προσποιούνται ότι έχουν τις απαντήσεις. Σας εξαπατούν».

Ο Τζος Λίπσκι, αντιπρόεδρος για τα διεθνή οικονομικά στο think tank Atlantic Council, δήλωσε ότι οι συναντήσεις απέτυχαν να αξιοποιήσουν την ευκαιρία για την παροχή κατευθυντήριων γραμμών ή τρόπων παροχής βοήθειας.

«Είναι δύσκολο να μιλάμε για τον αναπτυσσόμενο κόσμο, όταν οι προηγμένες οικονομίες δεν έχουν τακτοποιήσει τα του οίκου τους και αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο μιας δημοσιονομικής κρίσης», ανέφερε. «Κι αυτό, σε συνδυασμό με τις πολιτικές συνθήκες σε πολλές από αυτές τις χώρες, καθιστά την αναπτυξιακή βοήθεια μη προτεραιότητα αυτή τη στιγμή».

Ο Μαουρίσιο Καρδένας, πρώην υπουργός Οικονομικών της Κολομβίας και νυν ερευνητής στη Σχολή Διεθνών και Δημόσιων Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Κολούμπια στη Νέα Υόρκη, δήλωσε ότι πολλοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής έμειναν με την έντονη αίσθηση ότι «κάτι πραγματικά κακό θα μπορούσε να συμβεί», χωρίς ωστόσο να διαθέτουν έναν ουσιαστικό οδικό χάρτη για την πορεία προς το μέλλον.

«Το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα δεν είναι ιδιαίτερα καλά προετοιμασμένα για αυτή τη νέα φάση. Αντιλαμβάνονται ότι κάτι συμβαίνει και φέρνουν ειδικούς στην τεχνητή νοημοσύνη», δήλωσε. «Ωστόσο, στην ουσία, δεν παρέχονται συγκεκριμένες και απτές συμβουλές για το πώς να προετοιμαστεί κανείς απέναντι σε κάτι, η εξέλιξη του οποίου δεν είναι ακόμη πλήρως κατανοητή».

Οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι οποίες ταλανίζουν και τους δύο οργανισμούς μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 —δυσχεραίνοντας τη συντονισμένη δράση—, έγιναν αισθητές και στην Μπανγκόκ, όταν σχεδόν οι μισοί σύνεδροι σε συνεδρίαση της διευθύνουσας επιτροπής του ΔΝΤ αποχώρησαν από την αίθουσα την ώρα που έπαιρνε τον λόγο ο Ρώσος υπουργός Οικονομικών.

Οι επιθέσεις των Χούθι στο αεροδρόμιο του Ριάντ καθυστέρησαν την άφιξη του επικεφαλής της εν λόγω επιτροπής, Σαουδάραβα υπουργού Οικονομικών Μοχάμεντ αλ-Τζαντάαν, ο οποίος αναγκάστηκε να ταξιδέψει οδικώς έως το Κατάρ προκειμένου να επιβιβαστεί σε πτήση.

Παράλληλα, η ίδια η Μπανγκόκ αποτελούσε μια τρανή υπενθύμιση των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι αναπτυσσόμενες χώρες, καθώς τμήματα της πόλης παρέμεναν ακόμη κάτω από το νερό μετά τις πλημμύρες του Σεπτεμβρίου, οι οποίες προκάλεσαν ζημιές ύψους σχεδόν 200 εκατομμυρίων δολαρίων στον βιομηχανικό τομέα της Ταϊλάνδης.

Η αυξανόμενη ανισότητα θα μπορούσε να οδηγήσει σε υψηλότερο κόστος

Η Κέιτ Πίκετ, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του York, προέτρεψε τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να εστιάσουν σε μια πιο συμπεριληπτική ανάπτυξη, αντί να εξαναγκάζουν τις αναπτυσσόμενες χώρες σε σκληρές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

«Αν αυξηθεί η ανισότητα, αν εμβαθύνει η φτώχεια, αυτό θα οδηγήσει σε υψηλότερο κόστος για τις χώρες αυτές μακροπρόθεσμα», δήλωσε. «Δεν αρκεί να χαρακτηρίζουμε μια οικονομία ως ανθεκτική. Είναι ανθεκτική μόνο για τους πλούσιους και τους προνομιούχους».

Ο Αϊχάν Κοσέ, αναπληρωτής επικεφαλής οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας, ανέφερε ότι η παγκόσμια οικονομία αντιμετώπισε το μεγαλύτερο ενεργειακό σοκ —που προκλήθηκε από τον πόλεμο ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν— καλύτερα από ό,τι αναμενόταν.

Ωστόσο, παρόλο που αποφεύχθηκε μια παγκόσμια ύφεση, σημείωσε ότι οι προοπτικές ανάπτυξης, τόσο στις αναπτυσσόμενες όσο και στις ανεπτυγμένες οικονομίες, είναι χειρότερες από ό,τι στο παρελθόν.

Η ανάπτυξη είχε ήδη επιβραδυνθεί στις μισές από τις ανεπτυγμένες οικονομίες, ενώ στο σύνολο των αναπτυσσόμενων χωρών παρουσίασε σημαντική επιβράδυνση, πέφτοντας από το 4,4% περίπου στο 3,6%.

«Ο κόσμος ανησυχεί πραγματικά, διότι η ανθεκτικότητα σήμερα δεν αποτελεί εγγύηση για ανθεκτικότητα αύριο», δήλωσε. «Τώρα ανησυχούν για το ποιο θα είναι το επόμενο σοκ, καθώς κάθε έξι μήνες —αν όχι κάθε τρεις— προκύπτει ένα νέο σοκ».

Αν και δεν ανακοινώθηκαν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες, δήλωσε ότι η Παγκόσμια Τράπεζα παραμένει προσηλωμένη στην υποστήριξη των αναπτυσσόμενων χωρών, ώστε να προετοιμαστούν για τις εξελίξεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη — μεταξύ άλλων, μέσω της κινητοποίησης περισσότερων ιδιωτικών κεφαλαίων, τα οποία πλέον ανέρχονται στο τριπλάσιο των επιπέδων του 2022.

Ωστόσο, και η ίδια καλείται να αντιμετωπίσει τη σημαντική μείωση της επίσημης αναπτυξιακής βοήθειας, καθώς και τις επίμονες δυσκολίες στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων προς τις αναπτυσσόμενες χώρες.

«Η πραγματικότητα στο πεδίο είναι αυτή που είναι», ανέφερε χαρακτηριστικά.

 

Πηγή: Reuters

Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθέστε την «ΚΓ» ως προτιμώμενη πηγή στην Google