Ισχυρότερα φορολογικά κίνητρα με στόχο να «μυηθούν» περισσότεροι εργαζόμενοι αλλά και αυτοαπασχολούμενοι στην αποταμίευση και στην επένδυση, καθώς και να δοθεί μια επιπλέον ώθηση στις συλλογικές διαπραγματεύσεις, ενσωματώνει η κυβέρνηση στο νομοσχέδιο για την επαγγελματική ασφάλιση.
Ουσιαστικά δίνεται η δυνατότητα ακόμη και το 35% του μεικτού μισθού να αφαιρείται από το φορολογητέο εισόδημα –με προφανή συνέπεια τη μείωση της παρακράτησης φόρου αλλά και των κρατικών εσόδων από τον φόρο εισοδήματος–, ώστε το ποσό αυτό να επενδύεται συστηματικά κατά κύριο λόγο σε κάποιο αμοιβαίο κεφάλαιο. Στόχος, να συσσωρευτεί με την πάροδο των ετών ένα ποσό το οποίο θα αποδίδεται κατά τη συνταξιοδότηση είτε ως εφάπαξ βοήθημα είτε ως έξτρα σύνταξη.
Τα φορολογικά κίνητρα ισχυροποιούνται και κατά την εκταμίευση του συσσωρευμένου κεφαλαίου. Σε περίπτωση εφάπαξ καταβολής, θα επιβάλλεται φόρος 10% αν κάποιος συνταξιοδοτείται από τα 62 έως τα 67 του και 5% για συνταξιοδότηση μετά τα 67. Στη σύνταξη ο φορολογικός συντελεστής διαμορφώνεται στο 5% ετησίως για αποχώρηση πριν από τα 67 και 2,5% για συνταξιοδότηση μετά τα 67.
Αν αναλογιστεί κανείς ότι στις κύριες και στις επικουρικές συντάξεις που καταβάλλονται σήμερα, ο φόρος υπολογίζεται με ποσοστά που κυμαίνονται από 20% έως και 39% (λόγω της κλίμακας φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων), η διαφορά είναι εμφανής διά γυμνού οφθαλμού.
Διά της επαγγελματικής ασφάλισης –τα φορολογικά κίνητρα ενσωματώθηκαν στο συγκεκριμένο νομοσχέδιο, το οποίο αποσκοπεί στην ενίσχυση του λεγόμενου 2ου πυλώνα ασφάλισης– θα επιχειρηθεί να δοθεί μια απάντηση σε δύο κρίσιμα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα:
1. Στο γεγονός ότι ο καινούργιος τρόπος υπολογισμού των συντάξεων παράγει εξαιρετικά χαμηλά εισοδήματα. Ηδη έχουν δοθεί σαφή δείγματα, καθώς η μέση νέα σύνταξη πέφτει πλέον κάτω από τα 900 ευρώ μεικτά. Αυτό σημαίνει κίνδυνο δημιουργίας μιας ολόκληρης γενιάς φτωχών συνταξιούχων.
2. Στο ότι η Ελλάδα είναι χώρα-αρνητικό παράδειγμα όσον αφορά την αποταμίευση, με τα νοικοκυριά να εμφανίζουν αρνητικά ποσοστά ειδικά μετά την πολυετή οικονομική κρίση.
Η ουσία είναι να πειστούν οι εργαζόμενοι αλλά και οι αυτοαπασχολούμενοι να διαθέτουν ένα τμήμα του μισθού τους για μακροχρόνια αποταμίευση. Τους προσφέρεται έκπτωση του ποσού της αποταμίευσης από το φορολογητέο εισόδημα αλλά και ευνοϊκή φορολόγηση στο τέλος της επένδυσης.
Το πώς λειτουργεί στην πράξη ο μηχανισμός αποτυπώνεται μέσα από το ακόλουθο παράδειγμα: Εργαζόμενος με μεικτό μισθό 2.000 ευρώ εισπράττει σήμερα 1.484 ευρώ καθαρά καθώς πληρώνει 267 ευρώ για ασφαλιστικές εισφορές και 248 ευρώ για παρακράτηση φόρου. Συνάπτεται συμφωνία εργοδότη – εργαζομένου και αποφασίζεται ότι το 10% των μεικτών αποδοχών θα διατίθεται στον λογαριασμό επαγγελματικής ασφάλισης.
Οι ασφαλιστικές εισφορές παραμένουν στα 267 ευρώ τον μήνα, καθώς δεν αλλάζει τίποτα ως προς τον υπολογισμό τους. Όμως, αυτά τα 200 ευρώ αφαιρούνται από το φορολογητέο εισόδημα το οποίο, από τα 1.733 ευρώ που είναι σήμερα, πέφτει στα 1.533 ευρώ. Η παρακράτηση φόρου περιορίζεται στα 192 ευρώ τον μήνα, από 248 ευρώ. Και τα καθαρά διαμορφώνονται τελικώς στα 1.341 ευρώ αντί για 1.484 ευρώ.
Δηλαδή, στην πράξη, ο εργαζόμενος «χάνει» 143 ευρώ από τα καθαρά του (η διαφορά από τα 1.484 ευρώ στα 1.341 ευρώ) για να αποταμιεύει 200 ευρώ τον μήνα στον «κουμπαρά» του επαγγελματικού ταμείου. Αυτά τα 200 ευρώ τον μήνα, αν επενδύονται συστηματικά για 30 χρόνια με μια απόδοση της τάξεως του 4%, μπορούν να συγκροτήσουν ένα κεφάλαιο ύψους 138.810 ευρώ, το οποίο θα αποδοθεί κατά τη συνταξιοδότηση.
Προφανώς η απόδοση δεν είναι εγγυημένη, υπάρχει κίνδυνος απώλειας κεφαλαίου όπως σε κάθε επένδυση και όλα εξαρτώνται από την πορεία των αγορών και τη διαχείριση που θα κάνει το επαγγελματικό ταμείο. Αυτό το κεφάλαιο είτε θα αποδίδεται ως εφάπαξ με φόρο 5%-10% είτε θα είναι υπό μορφή μηνιαίας σύνταξης, η οποία όμως δεν θα φορολογείται με τις γενικές διατάξεις όπως ισχύει για τα ποσά του πρώτου πυλώνα (δηλαδή την κύρια και την επικουρική σύνταξη), αλλά με έναν σταθερό συντελεστή της τάξεως του 2,5% έως 5%.
Τι αλλάζει στην πράξη με το νομοσχέδιο; Κατ’ αρχάς δίνεται η δυνατότητα επένδυσης μεγαλύτερων ποσών. Με το υφιστάμενο σύστημα, μπορεί να επενδύεται (και να εκπίπτει φορολογικά) το 20% του μισθού. Τώρα αυτό το ποσοστό γίνεται 35%. Για τους αυτοαπασχολούμενους υπήρχε όριο 20.000 ευρώ ετησίως και τώρα γίνεται 35.000 ευρώ. Είναι προφανές ότι μεγαλύτερο κέρδος έχουν και αυτοί που εμφανίζουν τα μεγαλύτερα εισοδήματα, καθώς μεγιστοποιούν το φορολογικό όφελος. Επίσης, μειώνονται οι συντελεστές φορολόγησης του εφάπαξ αλλά και της σύνταξης που θα παραχθεί από την επένδυση (2,5%-5% για σύνταξη και 5%-10% για εφάπαξ, όπως προαναφέρθηκε).
Ο θεσμός της επαγγελματικής ασφάλισης δεν είναι καινούργιος στην Ελλάδα και η ανταπόκριση μέχρι στιγμής είναι πολύ περιορισμένη. Με τα ισχυρότερα φορολογικά κίνητρα καθώς και άλλες διευκολύνσεις που προβλέπει το νέο πλαίσιο (π.χ. θα μπορούν να ενταχθούν και μικρές επιχειρήσεις ή να δημιουργηθούν από την ασφαλιστική αγορά ομαδικά ασφαλιστικά προϊόντα επαγγελματικής συνταξιοδότησης, τα οποία θα έχουν ίδια αντιμετώπιση με τα επαγγελματικά ταμεία) εκτιμάται ότι θα υπάρξει ώθηση σε ένα θεσμό ο οποίος είναι διαδεδομένος στην Ευρώπη.
Άλλωστε, καθώς πλέον εκδίδονται κατά χιλιάδες οι συντάξεις με τον νέο τρόπο υπολογισμού, πολλαπλασιάζονται και οι περιπτώσεις ανθρώπων που έρχονται αντιμέτωποι με μείωση διαθέσιμου εισοδήματος ακόμη και άνω του 30%-40% κατά τη μετάβαση από την «ενεργό δράση» στη σύνταξη.
Για ταχύτερη επέκταση, στην κυβέρνηση ποντάρουν και στις συλλογικές διαπραγματεύσεις. Η συμμετοχή σε μια τέτοια συμπληρωματική ασφάλιση μπορεί να συνιστά μια παροχή της επιχείρησης η οποία θα συνδυάζει εισφορά και του εργοδότη και του εργαζομένου για μεγαλύτερη απόδοση. Επίσης, μπορεί να υπάρξει πρόβλεψη και για πρόσθετες παροχές, όπως για παράδειγμα κάποιο πρόγραμμα υγείας (π.χ. να καλύπτεται μέσω της συμπληρωματικής ασφάλισης η συμμετοχή του εργαζομένου στο φάρμακο που δεν καλύπτεται από τον λεγόμενο πρώτο πυλώνα).
Πηγή: kathimerini.gr