Μέχρι το τέλος Αυγούστου κρίνεται το πρώτο βήμα για χιλιάδες ιδιοκτήτες κλειστών κατοικιών που θέλουν να ενταχθούν στο πρόγραμμα «Ανακαίνιση Κατοικίας». Η βεβαίωση επιλεξιμότητας αποτελεί πλέον το βασικό προαπαιτούμενο για την επόμενη φάση, η οποία ανοίγει την 1η Σεπτεμβρίου και μπορεί να οδηγήσει σε επιχορήγηση έως 36.000 ευρώ για κάθε ακίνητο.
Η 31η Αυγούστου 2026, λοιπόν, είναι η καταληκτική ημερομηνία για την έκδοση της βεβαίωσης επιλεξιμότητας από τους ιδιοκτήτες ή επικαρπωτές κατοικιών που παραμένουν κλειστές. Πρόκειται για το πρώτο στάδιο της διαδικασίας και όχι για την τελική έγκριση της χρηματοδότησης.
Από την 1η Σεπτεμβρίου το πρόγραμμα εισέρχεται στο επόμενο στάδιο, κατά το οποίο οι δικαιούχοι θα μπορούν να υποβάλουν την αίτηση χρηματοδότησης μέσω ξεχωριστής ηλεκτρονικής πλατφόρμας.
Η χρηματοδότηση
Το συνολικό κονδύλι της δράσης ανέρχεται σε περίπου 500 εκατ. ευρώ. Η επιδότηση καλύπτει από 70% έως 95% της δαπάνης, με το ποσό της ενίσχυσης να φτάνει έως τις 36.000 ευρώ ανά κατοικία.
Στο ίδιο πλαίσιο προβλέπεται πρόσθετη χρηματοδότηση έως 2.500 ευρώ για δαπάνες που σχετίζονται με μελέτες, απαιτούμενες άδειες και ελέγχους.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στις κατοικίες που παραμένουν αναξιοποίητες. Η λογική της παρέμβασης είναι διπλή και συγκεκριμένα να χρηματοδοτηθεί η αναβάθμιση παλαιών ακινήτων και, παράλληλα, να αυξηθεί ο αριθμός των κατοικιών που μπορούν να επιστρέψουν στη μακροχρόνια αγορά ενοικίασης. Μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί περίπου 9.000 βεβαιώσεις επιλεξιμότητας για κλειστές κατοικίες.
Ο αριθμός εκτιμάται ότι μπορεί να πλησιάσει στις 11.000 μέχρι την εκπνοή της προθεσμίας. Παράλληλα εξετάζεται το ενδεχόμενο να αυξηθούν οι διαθέσιμοι πόροι για τη συγκεκριμένη κατηγορία, καθώς η συμμετοχή των ιδιοκτητών εμφανίζεται αυξημένη.
Ωστόσο, η κατοχή της βεβαίωσης επιλεξιμότητας δεν ισοδυναμεί με κατοχύρωση της επιδότησης. Οπως προαναφέρθηκε, την 1η Σεπτεμβρίου οι κάτοχοί της θα πρέπει να προχωρήσουν σε νέα, αυτοτελή αίτηση χρηματοδότησης. Κάθε νοικοκυριό έχει τη δυνατότητα να υποβάλει αίτηση για έως μία κλειστή και μία ανοικτή κατοικία.
Τα κλειστά ακίνητα
Στο σκέλος που αφορά τα κλειστά ακίνητα μπορούν να ενταχθούν φυσικά πρόσωπα που έχουν την ιδιοκτησία ή την επικαρπία κατοικίας. Μετά την ολοκλήρωση της ανακαίνισης, το ακίνητο πρέπει να αποκτήσει συγκεκριμένη χρήση. Είτε θα αποτελέσει κύρια κατοικία του δικαιούχου είτε θα παραχωρηθεί σε τρίτο μέσω μακροχρόνιας μίσθωσης.
Η συγκεκριμένη χρήση πρέπει να διατηρηθεί για τουλάχιστον πέντε χρόνια. Εφόσον το ακίνητο ενοικιαστεί, προβλέπεται σταθερό μίσθωμα κατά τα πρώτα τρία χρόνια. Παράλληλα δεν επιτρέπεται η μετατροπή του σε ακίνητο βραχυχρόνιας μίσθωσης για τουλάχιστον πέντε χρόνια από την ολοκλήρωση της δράσης.
Για να μπορεί μια κατοικία να ενταχθεί στο πρόγραμμα, πρέπει να πληροί συγκεκριμένες προϋποθέσεις:
• Η οικοδομική άδεια να έχει εκδοθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 1990.
• Το ακίνητο να υφίσταται νόμιμα και να μην έχει χαρακτηριστεί κατεδαφιστέο.
• Η ενεργειακή κατηγορία του να είναι Γ ή χαμηλότερη.
• Η επιφάνεια των κύριων χώρων να μην ξεπερνάει τα 120 τ.μ.
Για τρίτεκνες και πολύτεκνες οικογένειες, το ανώτατο όριο επιφάνειας αυξάνεται στα 150 τ.μ. Η μεγαλύτερη επιφάνεια, πάντως, δεν συνεπάγεται αύξηση της μέγιστης επιχορήγησης, η οποία παραμένει στις 36.000 ευρώ.
Τα εισοδηματικά όρια
Η δυνατότητα συμμετοχής συνδέεται και με το εισόδημα του νοικοκυριού. Τα σχετικά όρια διαμορφώνονται ως εξής:
• Αγαμος: 18.000 ευρώ ή 25.000 ευρώ, ανάλογα με την κατηγορία.
• Ζευγάρι χωρίς παιδιά: 25.000 ή 35.000 ευρώ.
• Ζευγάρι με ένα παιδί: 30.000 ή 40.000 ευρώ.
• Ζευγάρι με δύο παιδιά: 35.000 ή 45.000 ευρώ.
• Για κάθε επιπλέον παιδί προστίθενται 5.000 ευρώ στο αντίστοιχο εισοδηματικό όριο.
Σε περίπτωση που το εισόδημα του φορολογικού έτους 2025 ξεπερνάει το προβλεπόμενο όριο, υπάρχει δυνατότητα να εξεταστεί ο μέσος όρος των εισοδημάτων της τριετίας 2023-2025, υπό την προϋπόθεση ότι ο μέσος όρος βρίσκεται εντός των ορίων που θέτει το πρόγραμμα.
Το πρόγραμμα δεν αφορά αποκλειστικά οικοδομικές εργασίες. Το 60%-80% του συνολικού ποσού της χρηματοδότησης πρέπει να κατευθυνθεί στις εργασίες ανακαίνισης, ενώ το υπόλοιπο 20%-40% αφορά παρεμβάσεις ήπιας ενεργειακής αναβάθμισης.
kathimerini.gr