Οι εποχικές ιώσεις του αναπνευστικού, όπως ο Respiratory Syncytial Virus (RSV), ο SARS-CoV-2 και η γρίπη, επηρεάζουν σημαντικά τον ενήλικο πληθυσμό, ιδιαίτερα άτομα άνω των 60 ετών και ασθενείς με χρόνια αναπνευστικά ή καρδιαγγειακά νοσήματα.
«Σε αυτές τις ομάδες, μια “ απλή ίωση” μπορεί να οδηγήσει σε βαρύτατη αναπνευστική επιδείνωση, παρόξυνση ΧΑΠ ή άσθματος, ακόμα και ανάγκη νοσηλείας. Κατά τη διάρκεια του χειμώνα παρουσιάζονται αυξημένες αναπνευστικές λοιμώξεις (RSV, γρίπη). Την άνοιξη και το φθινόπωρο κυριαρχούν οι εντεροϊοί και ορισμένοι αναπνευστικοί ιοί, ενώ ο έρπητας ζωστήρας δεν έχει σαφή εποχικότητα», αναφέρει ο κ. Ελευθέριος Βρουβάκης, Διευθυντής Πνευμονολόγος, Metropolitan Hospital.
Επιπλοκές ιώσεων και προστασία με εμβολιασμό
«Η νόσηση από συγκυτιακό ιό (RSV) μπορεί να προκαλέσει ως επιπλοκή βρογχιολίτιδα και αναπνευστική ανεπάρκεια, η γρίπη τύπου Α συνήθως προκαλεί πνευμονία και μυοκαρδίτιδα, ενώ ο έρπητας ζωστήρας εξελίσσεται σε μεθερπητική νευραλγία και είναι συχνός σε άτομα με εξασθενημένο ανοσοποιητικό.
Ο εμβολιασμός απέναντι σε παθογόνα όπως η γρίπη, ο SARS-CoV-2 και πλέον ο RSV σε ενήλικες υψηλού κινδύνου, μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης και νοσηλείας. Η έγκαιρη ενημέρωση και η συνεργασία με τον θεράποντα ιατρό αποτελούν βασικά βήματα για την προστασία της υγείας, ιδιαίτερα κατά την περίοδο αυξημένης κυκλοφορίας των ιών», επισημαίνει.
Μέτρα προστασίας και βασική φροντίδα σε ήπια συμπτώματα
Η πρόληψη παίζει κυρίαρχο ρόλο στη μετάδοση των ιώσεων, γι' αυτό η υγιεινή των χεριών, η χρήση μάσκας σε επιδημίες, αλλά και η αποφυγή στενής επαφής με ασθενείς είναι καθοριστικής σημασίας.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, σε ασθενείς με ήπια συμπτωματολογία, συνιστώνται:
-Αντιπυρετικά/αναλγητικά για τον πυρετό και τις μυαλγίες
-Αποσυμφορητικά ρινός ή ρινικές πλύσεις με φυσιολογικό ορό
-Επαρκής ενυδάτωση
-Ξεκούραση και αποφυγή έντονης δραστηριότητας
«Η παρακολούθηση των συμπτωμάτων είναι σημαντική. Εάν ο πυρετός επιμένει, η δύσπνοια επιδεινώνεται ή τα συμπτώματα δεν βελτιώνονται μέσα σε 2-3 ημέρες, οι ασθενείς, ιδίως όσοι ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου, θα πρέπει να επικοινωνούν με τον θεράποντα ιατρό τους για περαιτέρω αξιολόγηση και καθοδήγηση», καταλήγει ο κ. Βρουβάκης».
Πηγή ΑΠΕ-ΜΠΕ