Την πραγματική εικόνα της οικονομικής κατάστασης του μέσου Έλληνα μισθωτού, κατέγραψε έρευνα, η οποία αποτυπώνει αρχικώς την φθίνουσα πορεία των εισοδημάτων και κατ’ επέκταση την μείωση καταναλωτικής δύναμης των πολιτών, ως απόρροια των μέτρων που ελήφθησαν κατά την μνημονιακή επιταγή.
Έρευνα του Παρατηρητηρίου Οικονομικών και Κοινωνικών Εξελίξεων του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ, η οποία πραγματοποιήθηκε πανελλαδικά από τις 3 έως τις 11 Ιουλίου, σε δείγμα 1.100 μισθωτών, αποτύπωσε την μείωση της αγοραστικής δύναμης τους, λόγω των μεγάλων μειώσεων των απολαβών τους, ενώ σημαντικό στοιχείο είναι και το αίσθημα οικονομικής ανασφάλειας, που διακατέχει το μεγαλύτερο ποσοστό των εργαζομένων.
Όπως το Ινστιτούτο της ΓΣΕΕ αναφέρει, η έρευνα είχε ως στόχο την αποτύπωση των τάσεων κατανάλωσης των μισθωτών στην Ελλάδα, την καταγραφή της διαχρονικής τους εξέλιξης, τη γνώση των γενικότερων κριτηρίων που ορίζουν την καταναλωτική συμπεριφορά των μισθωτών, καθώς και την προσέγγιση της κατανάλωσης στην πιο σημαντική εποχικά κατηγορία, αυτή των καλοκαιρινών διακοπών.
Η απώλεια εισοδημάτων και ο φόβος περεταίρω μειώσεων, αποτελούν τα κυριότερα χαρακτηριστικά της οικονομικής πραγματικότητας που βιώνουν οι μισθωτοί, με άμεσο αντίκτυπο στον περιορισμό των δαπανών ακόμα και όσον αφορά στα είδη πρώτης ανάγκης, ενώ για μεγάλο μέρος του πληθυσμού έχουν καταστεί απαγορευτικές οι θερινές διακοπές.
Χαρακτηριστικό το συμπέρασμα που συνάγεται από την έρευνα, ότι σε κατηγορίες αγαθών που θεωρούνται «μικρή πολυτέλεια», μεγάλη πλειοψηφία των μισθωτών έχει περιορίσει σημαντικά τις καταναλωτικές της δαπάνες.
Ουσιαστικά σήμερα, τα επίπεδα εισοδήματος των μισθωτών τους οδηγούν στη δυνατότητα επαρκούς κάλυψης μόνο των απαραίτητων, ώστε να μιλάμε για μισθωτούς καταναλωτές ανάγκης και όχι καταναλωτές επιλογής.
Τα ευρήματα της έρευνας
Μείωση των εισοδημάτων τους, είχαν κατά τον τελευταίο χρόνο 3 στους 4 μισθωτούς, ποσοστό 75%, που αναλογικά καταγράφηκε μεγαλύτερη για τους μισθωτούς ηλικίας 45–54 ετών και εκείνους με εισόδημα 1501-2000 ευρώ.
Μόνο εντός του τελευταίου τριμήνου, 1 στους τρεις μισθωτούς δηλώνει νέα μείωση εισοδήματος, οι οποίοι κατά κύριο λόγο είναι 45–54 ετών, γυναίκες, με κατώτερη μόρφωση και εισόδημα έως 800 ευρώ το μήνα.
Ανησυχητική χαρακτηρίζεται η εκτίμηση για την εξέλιξη του εισοδήματος, αφού 4 στους 10, δηλαδή το 38% των μισθωτών, 45 ετών και πάνω με εισόδημα 1001–1200 ευρώ το μήνα, εκφράζει φόβο για νέα μείωση των εισοδημάτων τους το επόμενο τρίμηνο.
Συνεπαγωγικά όλα τα ανωτέρω οδηγούν στη σημαντική μείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών, αναγκάζοντας τους να περικόψουν ακόμα και είδη πρώτης ανάγκης, όπως τα είδη διατροφής.
Μέσα στο τελευταίο τρίμηνο1 στους 2 μισθωτούς χρειάστηκε να κάνει ανάληψη από τις καταθέσεις του στην τράπεζα, ενώ το 22% χρειάστηκε να δανειστεί, προκειμένου να καλύψει βασικές ανάγκες.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην έκθεση της έρευνας, η εξέλιξη αυτή έχει οδηγήσει τους μισθωτούς σε μείωση των δαπανών τους στις κατηγορίες αγαθών που θεωρούν απαραίτητες και σε σημαντικές μειώσεις σε όλες τις άλλες κατηγορίες.
Ως αποτέλεσμα, οι μισθωτοί σήμερα, στην πολύ μεγάλη πλειοψηφία τους, καταναλώνουν αυτά που μπορούν και όχι αυτά που θα ήθελαν.
Από τις 17 βασικές κατηγορίες καταναλωτικών αγαθών, σε 9 καταγράφηκε μείωση δαπάνης από την πλειοψηφία των μισθωτών, ενώ σε 8 κατηγορίες η δαπάνη διατηρήθηκε σταθερή.
Οι μειώσεις δαπανών αφορούν κυρίως ταξίδια, αξεσουάρ, ρούχα/παπούτσια, έπιπλα/είδη σπιτιού, ψυχαγωγία, καλλυντικά, σοκολάτες και snacks, παιχνίδια και για ποτά.
Σταθερές σχεδόν για όλους έμειναν οι δαπάνες για είδη προσωπικής χρήσης, καθαριστικά σπιτιού, τηλεφωνία/internet, ενώ 6 στους 10 διατήρησαν τις δαπάνες για εκπαίδευση, προϊόντα καπνού, τρόφιμα, καύσιμα, χυμούς και αναψυκτικά.
Σε περισσότερους από το 18% των μισθωτών δεν υπάρχει αύξηση δαπανών σε καμία κατηγορία, ενώ μόνο σε τρεις κατηγορίες υπήρξε αύξηση δαπάνης πάνω του 10%, οι οποίες είναι εκπαίδευση 18%, καύσιμα 17% και τρόφιμα 10%.
Χαρακτηριστικό δε είναι το γεγονός ότι το σύνολο σχεδόν των μισθωτών (84%) επιλέγει προϊόντα σε προσφορά, ενώ ένας στους δύο (46%) προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας.
Η «πολυτέλεια» των διακοπών
Ως εξαιρετικά ενδιαφέροντα χαρακτηρίζονται τα ευρήματα της έρευνας σχετικά με την συμπεριφορά των μισθωτών στην πιο σημαντική εποχικά κατηγορία κατανάλωσης, αυτή των καλοκαιρινών διακοπών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, το καλοκαίρι θα πάει διακοπές το 38% των μισθωτών και βάσει των συγκριτικών στοιχείων, λιγότερο θα πάνε διακοπές γυναίκες, μισθωτοί άνω των 55 ετών, όσοι κατοικούν στην περιφέρεια, έχουν κατώτερη και μέση μόρφωση, εισόδημα έως 800 ευρώ το μήνα και εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα.
Το ποσοστό είναι κατά 11 μονάδες μικρότερο από το αντίστοιχο του προηγούμενου καλοκαιριού.
Μέσα σε ένα χρόνο, το 22% των μισθωτών έχασε τη δυνατότητα να κάνει καλοκαιρινές διακοπές.
Για το 24% όσων θα πάνε διακοπές αυτές θα είναι λιγότερες συγκριτικά με πέρυσι και ίσες σε διάρκεια για το 59%, ενώ περισσότεροι από τους μισούς θα μείνουν σε σπίτι, το 23% να επιλέγει ενοικιαζόμενα δωμάτια και μόνο το 18% ξενοδοχεία.
Ο περιορισμός της δυνατότητας διακοπών αφορά στο 58% των μισθωτών που θα τις στερηθεί αυτό το καλοκαίρι, δηλαδή κατά 22% περισσότεροι απ’ ότι πριν ένα χρόνο.