Στον Κώδικα Δεοντολογίας, τον οποίο θα πρέπει να ακολουθούν οι τράπεζες, θα βασίζεται πλέον η διαχείριση των κόκκινων δανείων, με την κυβέρνηση αμέτοχη όσον αφορά στην προστασία των δανειοληπτών που λόγω της οικονομικής ύφεσης δεν μπορούν να είναι συνεπείς στην εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων.
Καθώς ο αριθμός των καταναλωτικών και στεγαστικών δανείων, που βρίσκονται σε στασιμότητα ή εξυπηρετούνται με μεγάλες καθυστερήσεις, έχει πολλαπλασιαστεί, παρουσιάζοντας συνεχώς αυξητική τάση, υπήρξε η αναγκαιότητα ρύθμισης του θέματος.
Προς αυτή την κατεύθυνση η κυβέρνηση μετέθεσε τις ευθύνες στα πιστωτικά ιδρύματα, να χειριστούν τις συγκεκριμένες υποθέσεις που αφορούν στις οφειλές ιδιωτών, χωρίς να λάβει καν μέριμνα παροχής στοιχειώδους προστασίας τους, ενώ προ των πυλών είναι και η απελευθέρωση των πλειστηριασμών, με την εφαρμογή της να ξεκινά από τον Ιανουάριο του 2015.
Από την άλλη πλευρά, αυτή που αφορά στα μη εξυπηρετούμενα επιχειρηματικά δάνεια, τήρησε τελείως διαφορετική στάση, καθώς λαμβάνοντας την σύμφωνη γνώμη της τρόικας, προωθεί νομοθετική ρύθμιση.
Ο Κώδικας Δεοντολογίας, ο οποίος έλαβε την έγκριση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, κατόπιν της ολοκλήρωσης των διαβουλεύσεων με την Ελληνική Ένωση Τραπεζών και τις ενώσεις καταναλωτών, προκειμένου να τεθεί σε ισχύ, αναμένεται η δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Δανειακές διεκπεραιώσεις
Οι κανόνες συμπεριφοράς των τραπεζών, αλλά και των δανειοληπτών, αποτελούν τα βασικά στοιχεία που ορίζει ο Κώδικας Δεοντολογίας.
Βάσει των αναγκών και των ειδικών προϋποθέσεων που αφορούν σε κάθε δανειολήπτη ξεχωριστά, θα προκύπτουν είτε εναλλακτικοί τρόποι σταδιακής αποπληρωμής είτε οριστικού διακανονισμού των δανειακών οφειλών.
Όπως η Τράπεζα της Ελλάδος διευκρινίζει σχετικά με τον Κώδικα, ότι μέσω αυτού «θεσπίζονται οι γενικές αρχές συμπεριφοράς τόσο για τις δανείστριες τράπεζες όσο και για τους δανειολήπτες, με στόχο την εξεύρεση εναλλακτικών τρόπων εξυπηρέτησης ή οριστικού διακανονισμού οφειλών σε καθυστέρηση, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε δανειολήπτη».
Μεταξύ δανειοληπτών και τραπεζών θα πρέπει να υπάρξει ανταλλαγή συγκεκριμένων πληροφοριών, που ακόμα δεν διευκρινίζεται σε πόσα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα θα αφορούν και τα οποία μπορεί να απαιτήσουν οι τράπεζες υπό το πρόσχημα της ευνοϊκότερης λύση.
Σημαντικό δε στοιχείο αποτελεί και ο όρος του εμπρόθεσμου που χρησιμοποιείται, θέτοντας συγκεκριμένα χρονικά περιθώρια για την εξεύρεση της όποιας λύσης, με το φόβητρο και την εκβιαστική υπόμνηση του πλειστηριασμού των κατοικιών.
Στην ανακοίνωση της ΤτΕ αναφέρεται επ’ αυτού ότι «Προκειμένου κάθε πλευρά να είναι σε θέση να σταθμίσει τα οφέλη ή τις συνέπειες κάθε λύσης, πολύ σημαντική θεωρείται η εμπρόθεσμη ανταλλαγή όλης της απαιτούμενης πληροφόρησης. Γι' αυτό με τον Κώδικα προβλέπονται τα βήματα, οι προθεσμίες και το ελάχιστο περιεχόμενο ενημέρωσης που οφείλουν να παρέχουν οι τράπεζες στους δανειολήπτες και αντίστροφα. Οι διαδικασίες αυτές είναι μάλιστα πιο απαιτητικές για τις περιπτώσεις δανειοληπτών, των οποίων ο αποχαρακτηρισμός ως συνεργάσιμων μπορεί να έχει ως συνέπεια τον εκπλειστηριασμό της κατοικίας που οι ίδιοι διαμένουν».
Οι προκύπτουσες ρυθμίσεις θα εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό και από τις πραγματικές δυνατότητες των ιδιωτών δανειοληπτών να ανταποκριθούν στις τραπεζικές τους υποχρεώσεις, με σημαντικά στοιχεία που θα λαμβάνονται υπόψη να θεωρούνται τόσο ο «συνεργάσιμος δανειολήπτης» όσο και οι «εύλογες δαπάνες διαβίωσης».
Ο ρόλος της ΤτΕ
Συμπληρώνεται στο σχετικό κείμενο «Συνεπώς η πρόσφατα εκδοθείσα ΠΕΕ της ΤτΕ 42/30.05.2014 και ο υπό έκδοση Κώδικας Δεοντολογίας αποτελούν δυο διακριτές μεν, αλλά συμπληρωματικές, πρωτοβουλίες, με στόχο τη συντονισμένη αντιμετώπιση των οφειλών σε καθυστέρηση».
Διευκρινίζεται πως η ΤτΕ δεν έχει τη δικαιοδοσία να καθορίζει τις διαδικασίες που αφορούν σε χρέη άλλων πιστωτών πέραν των τραπεζών, προς τους οποίους εκκρεμούν οφειλές των δανειοληπτών και η πολιτεία, μέσω νομοθετικής ρύθμισης, έχει ρυθμίσει τις περιπτώσεις αυτές.
Σχετικά με αυτό αναφέρει πως «Λεπτομερέστερες - δεσμευτικές - διαδικασίες επίλυσης χρέους μεταξύ πολλών πιστωτών δεν μπορεί εντούτοις να καθορίζονται με απόφαση της ΤτΕ, καθώς είναι δυνατόν να αφορούν και πιστωτές πέραν των τραπεζών (δημόσιο, ασφαλιστικά, ταμεία, προμηθευτές κλπ).
Για το λόγο αυτό άλλωστε η Πολιτεία έχει εξαγγείλει σχετική νομοθετική πρωτοβουλία, ενώ στον Κώδικα προβλέπεται ήδη ότι ο δανειολήπτης θα έχει τη διακριτική ευχέρεια να επιλέξει μεταξύ της διαδικασίας του Κώδικα ή των προβλεπόμενων στο νόμο εναλλακτικών διαδικασιών ρύθμισης που ο ίδιος κρίνει ως καταλληλότερες γι’ αυτόν».
Κατόπιν προτάσεων της ΤτΕ σχετικά με τις απαιτούμενες νομοθετικές ρυθμίσεις, προέκυψαν τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα και για το θέμα αναφέρεται πως «Η ΤτΕ γνωστοποίησε στο Κυβερνητικό Συμβούλιο του Ν. 4224/2013 όσες παρατηρήσεις απαιτούσαν νομοθετική ρύθμιση. Ως αποτέλεσμα, το άρθρο 1 του Ν. 4224/2013 τροποποιήθηκε ήδη με το Ν. 4281/8.8.2014 (ΦΕΚ Α' 160/8.8.2014), προβλέποντας ότι:
(α) οι οφειλέτες δεν επιβαρύνονται από τους δανειστές με οποιαδήποτε χρέωση σε σχέση με την εφαρμογή του Κώδικα,
(β) ο Κώδικας Δεοντολογίας θα εφαρμόζεται και από τα υποκαταστήματα αλλοδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων και από τα χρηματοδοτικά ιδρύματα
(γ) η Τράπεζα της Ελλάδος δεν θα επιλαμβάνεται μεν της επίλυσης των διαφορών που προκύπτουν μεταξύ δανειστών και οφειλετών από την εφαρμογή του Κώδικα Δεοντολογίας, θα παρακολουθεί όμως και θα ελέγχει τον τρόπο εφαρμογής του, απαιτώντας διορθωτικά μέτρα ή επιβάλλοντας κυρώσεις σε περίπτωση διαπίστωσης αδυναμιών στα συστήματα των τραπεζών και σε περίπτωση συστηματικής μη εφαρμογής του».