Υπό περιορισμό τίθεται όλο και περισσότερο η ελευθερία του τύπου διεθνώς, όπως διαπιστώνει η έκθεση των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα (Journalists Sans Frontieres).
Η ετήσια έκθεση της οργάνωσης τιτλοφορείται «Παρανοϊκοί ηγέτες εναντίον δημοσιογράφων», τα στοιχεία της οποίας είναι ενδεικτικά της αύξησης των πιέσεων που δέχεται ο χώρος της δημοσιογραφίας σε ολόκληρο τον κόσμο, με τον καταλυτικό ρόλο που παίζουν ως προς αυτό οι κυβερνήσεις των χωρών.
Χωρίς να χρησιμοποιηθεί ως ελαφρυντικό στοιχείο στην αντιδεοντολογική και διαπλεκόμενη συμπεριφορά πολλών δημοσιογράφων, η έκθεση αναφέρεται στους περιορισμούς και τις πιέσεις, σε παγκόσμιο επίπεδο, που υφίστανται οι δημοσιογράφοι στην εκτέλεση του επαγγέλματος τους.
Η έκθεση κατατάσσει τις χώρες αναλόγως του ποσοστού ελευθερίας του τύπου, βάσει δεικτών που σχετίζονται με τον πλουραλισμό, τη διαφάνεια, την ανεξαρτησία, το νομικό πλαίσιο, την κατάχρηση εξουσίας κ.λ.π.
Η αποτύπωση των στοιχείων αυτών ξεκίνησε από το 2002 και εκδίδεται σε ετήσια βάση, καταγράφοντας τον βαθμό ελευθερίας του τύπου που ισχύει σε 180 χώρες.
Σύμφωνα με τον γενικό γραμματέα των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα, Κριστόφ Ντελουάρ, «όλοι οι δείκτες παρουσιάζουν επιδείνωση. Πλήθος κρατικών αρχών προσπαθεί να αναλάβει τον έλεγχο στις χώρες, από τον φόβο υπερβολικής διεύρυνσης του δημοσίου διαλόγου».
Όπως αναφέρει «σήμερα, είναι όλο και περισσότερο εύκολο για όλες τις εξουσίες να απευθυνθούν κατευθείαν στο κοινό χάρις στις νέες τεχνολογίες και εξ αυτού υπάρχει η εκδήλωση μεγαλύτερης βίας κατά των εκπροσώπων της ανεξάρτητης ενημέρωσης» και διαπιστώνει ότι «Εισερχόμαστε σε μία νέα εποχή προπαγάνδας, όπου οι νέες τεχνολογίες επιτρέπουν τη μετάδοση της πληροφορίας καθ΄ υπαγόρευση με χαμηλό κόστος. Απέναντί τους, οι δημοσιογράφοι είναι αυτοί που εμποδίζουν τη λειτουργία αυτού του μηχανισμού προπαγάνδας».
«Αποδυνάμωση του ευρωπαϊκού μοντέλου»
Ανησυχητικά είναι τα στοιχεία της έκθεσης σε ότι αφορά στην μέχρι τώρα «ελεύθερη» δημοσιογραφικά Ευρώπη, η οποία παρουσιάζει στοιχεία ελέγχου και επιβολής από οικονομικά συμφέροντα, διαπλεκόμενης δημοσιογραφίας, χωρίς όμως να της στερεί την πρωτιά ως η περιοχή στον παγκόσμιο χάρτη με την μεγαλύτερη ελευθερία τύπου έναντι των χωρών του υπόλοιπου κόσμου.
Οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα διαπιστώνουν πως «Η ευρωπαϊκή ήπειρος δεν βρίσκεται σε θετική τροχιά», καθώς παρατηρείται «αποδυνάμωση του ευρωπαϊκού μοντέλου».
Αυτό στοιχειοθετείται με τις παρατηρούμενες «υπερβάσεις της αντικατασκοπίας και του αγώνα κατά της τρομοκρατίας, υιοθέτηση των νόμων που επιτρέπουν την παρακολούθηση σε μεγάλη κλίμακα, αύξηση των συγκρούσεων καθηκόντων, επιβολή όλο και περισσότερου ελέγχου επί των δημοσίων μέσων ενημέρωσης και ορισμένες φορές και επί των ιδιωτικών».
Όπως αναφέρει στη Deutsche Welle o επικεφαλής της οργάνωσης Κρίστιαν Μιρ, «Το ότι βλέπουμε να χρησιμοποιούνται νόμοι κατά της τρομοκρατίας και της κατασκοπείας για τον περιορισμό των ατομικών ελευθεριών ακόμη και στην καρδιά της Ευρώπης, είναι η γενικότερη τάση. Και ίσως να πρέπει να κοιτάξουμε και λίγο στη δυτική Ευρώπη, όπου η δημοσιογραφική ανεξαρτησία απορρέει σε ορισμένες χώρες από μεγάλες επιχειρήσεις, βλέπε Γαλλία αλλά και Βουλγαρία».
Χαρακτηριστική η περίπτωση της Γαλλίας η οποία χάνοντας 7 θέσεις σε σχέση με το 2015, κατατάσσεται φέτος στην 45η θέση, με τον σχολιασμό ότι «ένας μικρός αριθμός επιχειρηματιών που έχουν συμφέροντα εκτός του χώρου των μέσων ενημέρωσης έχουν καταλήξει να έχουν στην κατοχή τους τη μεγάλη πλειοψηφία των ιδιωτικών μέσων διεθνούς εμβέλειας».
Σε ότι αφορά στη Βουλγαρία, αυτή κατατάσσεται στην 113η θέση, με τον Μιρ να αναφέρει για τις δύο αυτές χώρες ότι είναι τα «καλύτερα» παραδείγματα χωρών όπου πολιτικοί και ολιγάρχες ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος των ΜΜΕ.
Απώλειες θέσεων στην κατάταξη της παρουσίασε και η Γερμανία, που βρίσκεται στην 16η θέση με την εκπρόσωπο τύπου των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα, Ουλρίκε Γκρούσκα, να αιτιολογεί το γεγονός λέγοντας ότι «Οι λόγοι είναι πολλοί και διαφορετικοί. Αφενός η εντεινόμενη βία κατά δημοσιογράφων και γενικότερα ένα ιδιαίτερα επιθετικό κλίμα έναντί τους, οι δημοσιογράφοι δέχονται πλέον συχνότερα απειλές και υβριστικά σχόλια. Έχουμε καταγράψει τουλάχιστον 39 περιπτώσεις επιθέσεων εναντίον δημοσιογράφων ή καταστροφής του εξοπλισμού τους».
Στις πρώτες θέσεις πάντως της κατάταξης βρίσκονται η Φινλανδία στην 1η θέση και ακολουθούν η Ολλανδία και η Νορβηγία.
Προσπάθεια ανάκαμψης για την Ελλάδα
Τρεις θέσεις άνοδο παρουσιάζει από πέρυσι η Ελλάδα, η οποία κατατάσσεται στην 89η θέση από την 91η που κατείχε πέρυσι, μετά την κατακόρυφη πτώση που κατά 50 θέσεις, με την έκθεση να παρατηρεί ότι βρίσκεται σε «αργή ανάκαμψη».
Όπως παρατηρείται στην έκθεση για την μεγάλη πτώση «οι ελπίδες είχαν εναποτεθεί στη νέα κυβέρνηση υπό τον Αλέξη Τσίπρα. Προεκλογικά ο Τσίπρας είχε υποσχεθεί να τερματίσει την ισχύ που απολαμβάνουν οι βαρόνοι των ΜΜΕ, ένας μικρός αριθμός επιχειρηματιών που επί χρόνια χρησιμοποιούσαν τα μίντια για να προωθούν τα επιχειρηματικά τους συμφέροντα. Θα τηρηθεί όμως αυτή η προεκλογική υπόσχεση».
Πτώση για τις χώρες της Αμερικής
Πτώση στις θέσεις κατάταξης παρουσιάζει η αμερικανική ήπειρος, όπου παρατηρείται περιορισμός της ελευθερίας του τύπου, φέρνοντας την κάτω από την Αφρική, μία υποχώρηση η οποία επηρεάστηκε κατά κύριο λόγο από τις δολοφονίες δημοσιογράφων στην κεντρική Αμερική.
Στο τμήμα της Βόρειας Αμερικής, στην 41η θέση κατατάσσονται οι Ηνωμένες Πολιτείες, με χαρακτηριστικό στοιχείο την κυβερνοπαρακολούθηση, ενώ πτώση στην κατάταξη κατά 10 θέσεις παρουσιάζει και ο Καναδάς, ο οποίος βρίσκεται στην 18η θέση, με την πτωτική τάση να επηρεάζεται από «τη λήξη της θητείας του πρώην πρωθυπουργού Στίβεν Χάρπερ».
Στο τμήμα της Λατινικής Αμερικής τα στοιχεία που αποτελούν «τα κύρια εμπόδια στην ελευθερία του Τύπου» είναι η «θεσμική βία» σε χώρες όπως η Βενεζουέλα που βρίσκεται στην 139η θέση και ο Ισημερινός στην 109η θέση, «η βία του οργανωμένου εγκλήματος» στην Ονδούρα που βρίσκεται στην 137η θέση, «η ατιμωρησία» που επικρατεί στην Κολομβία, η οποία βρίσκεται στην 134η θέση, «η διαφθορά» της Βραζιλίας, που την φέρνει στην 104η θέση και «η συγκέντρωση των μέσων ενημέρωσης στην Αργεντινή στην 54η θέση.
Στις τελευταίες θέσεις οι χώρες της Αφρικής
Η χειρότερη κατάσταση καταγράφεται στην Αφρικανική ήπειρο, όπου οι δημοσιογράφοι «υφίστανται κάθε είδους καταναγκασμούς», με την οργάνωση να σημειώνει ότι υπάρχουν χώρες σε κρίση, στις οποίες η άσκηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος είναι «κατόρθωμα θάρρους».
Σε αυτές τις χώρες ανήκουν το Ιράκ στην 158η θέση, η Λιβύη στην 164η θέση και η Υεμένη στην 170ή θέση.
Στην 177η θέση βρίσκεται η Συρία, πίσω από την Κίνα που βρίσκεται στην 176η θέση ενώ την ακολουθούν το Τουρκμενιστάν στην 178η θέση, η Β. Κορέα στην 179η και η Ερυθραία στην τελευταία θέση.
Θετικά αποτιμώνται τα αποτελέσματα για τον τύπο της επανάστασης του Ντελουάρ στην Τυνησία, η οποία ανέβηκε στην 96η θέση, ενώ στις αφρικανικές χώρες υποχώρηση 11 θέσεων παρουσιάζει το Μπουρούντι που κατατάσσεται στην156η θέση, λόγω του ότι, όπως σημειώνει η έκθεση, «αποτελεί το θέατρο βιαιοτήτων κατά των δημοσιογράφων μετά την αμφισβήτηση της υποψηφιότητας και στη συνέχεια την επανεκλογή του προέδρου Πιερ Νκουρουνζίζα».
Στην ασιατική ήπειρο απώλεια 11 θέσεων καταγράφει η Ιαπωνία, η οποία κατατάσσεται στην 72η θέση, λόγω της αυτολογοκρισίας έναντι του πρωθυπουργού που εφαρμόζουν τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης.