Την θετική επίδραση της πρώτης αξιολόγησης στο κλίμα εμπιστοσύνης και ενίσχυσης των προοπτικών ανάκαμψης για την οικονομία της χώρας αναφέρει η έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη νομισματική πολιτική 2015-2016, η οποία υποβλήθηκε εχθές από τον διοικητή της, Γιάννη Στουρνάρα στον Πρόεδρο της Βουλής και το υπουργικό συμβούλιο.
Με το επενδυτικό ενδιαφέρον να εκτιμάται βελτιωμένο για το β΄εξάμηνο του 2016, όπως αναλόγως αυξητική κρίνεται και η ρευστότητα, είναι οι θετικές προοπτικές, που προοιωνίζονται από την απόφαση του Eurogroup της 24ης Μαΐου.
Σε ότι αφορά στο δημόσιο χρέος, πέραν του θετικού βήματος της δέσμευσης των εταίρων για την ανάληψη δράσεων με σκοπό την ελάφρυνση του, από την ΤτΕ κρίνεται πως αυτό δεν αντιμετωπίζεται αποφασιστικά, αλλά μετατίθεται για επανεξέταση στο μέλλον.
Σχετικά με το ΑΕΠ προβλέπεται οριακά αρνητικός ρυθμός μεταβολής του μόλις στο -0,3%, καθώς τα αρνητικά αποτελέσματα του α΄ εξαμήνου θα αντισταθμιστούν από τους θετικούς ρυθμούς του γ΄ και δ΄ τριμήνου.
Επισημαίνεται όμως πως οι κίνδυνοι για την πορεία της ελληνικής οικονομίας παραμένουν, με τον μεγαλύτερο κίνδυνο να συνδέεται με την υπερβολική έμφαση στις αυξήσεις φόρων που αποφασίστηκαν στο πλαίσιο της πρώτης αξιολόγησης για να καλυφθεί το δημοσιονομικό κενό της περιόδου 2016-2018.
Τα οφέλη της απόφασης του Eurogroup
Η απόφαση του Eurogroup της 24ης Μαΐου, κρίνεται από την ΤτΕ ότι θέτει στέρεες βάσεις για την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης και αποτελεί ένα σημαντικό βήμα στην πορεία εφαρμογής του τρέχοντος προγράμματος.
Στα άμεσα και έμμεσα οφέλη αυτής της απόφασης η έκθεση κρίνει:
• Την τμηματική εκταμίευση δόσεων ύψους 10,3 δις ευρώ έως το φθινόπωρο του 2016, εκ των οποίων 6,8 δις ευρώ αφορούν κάλυψη των αναγκών εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους, ενώ ποσό 3,5 δις ευρώ θα διατεθεί για την εκκαθάριση μέρους των ληξιπρόθεσμων οφειλών της Γενικής Κυβέρνησης. Η εξέλιξη αυτή εκτιμάται ότι θα έχει θετικό αντίκτυπο στη ρευστότητα και την οικονομική δραστηριότητα το β’ εξάμηνο του 2016.
• Την αναμενόμενη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ για την επανένταξη των ελληνικών κρατικών τίτλων στις αποδεκτές από το Ευρωσύστημα εξασφαλίσεις (“waiver”), γεγονός που θα επιτρέψει την πιο φθηνή χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ).
• Τη δυνατότητα συμμετοχής και των ελληνικών κρατικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ. Η επανένταξη των ελληνικών τίτλων στις αποδεκτές από το Ευρωσύστημα εξασφαλίσεις και η συνεπαγόμενη πιο φθηνή αναχρηματοδότηση των τραπεζών, σε συνδυασμό με τη συμμετοχή των ελληνικών κρατικών ομολόγων στις παρεμβάσεις ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, εκτιμάται ότι θα έχουν σημαντική θετική επίδραση στα αποτελέσματα των τραπεζών, δυνητικού ύψους περί τα 400 με 500 εκατομμύρια ευρώ. Τα έμμεσα οφέλη όμως, όπως για παράδειγμα η αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας του Ελληνικού Δημοσίου και των ελληνικών τραπεζών, αναμένεται να είναι σημαντικά υψηλότερα.
• Τη βάσιμη προοπτική ότι οι αποδόσεις των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου και των ομολογιακών τίτλων που έχουν εκδώσει ελληνικές επιχειρήσεις στη διεθνή αγορά θα αποκλιμακωθούν με γοργό ρυθμό, όπως έχει αρχίσει να συμβαίνει.
Τα παραπάνω αναμένεται να ενθαρρύνουν την επιστροφή των καταθέσεων στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, η οποία θα επιτρέψει τη χαλάρωση και τελικά άρση των κεφαλαιακών περιορισμών. Γενικά, η θετική αξιολόγηση κρίνεται ότι θα λειτουργήσει ευνοϊκά για την ελληνική οικονομία, καθώς θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη και θα άρει την αβεβαιότητα που επιβάρυνε το κλίμα και ανέστειλε επενδυτικές αποφάσεις.
Διστακτικές οι αποφάσεις του Eurogroup για το χρέος
Η ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης συνοδεύεται και από τη δέσμευση των εταίρων για την ανάληψη δράσεων με σκοπό την ελάφρυνση του δημόσιου χρέους, με την ΤτΕ να εκτιμά ότι αυτή η βούληση των εταίρων ενισχύει την εμπιστοσύνη στο μέλλον της ελληνικής οικονομίας, ωστόσο, τα μέτρα που περιλαμβάνει η ανακοίνωση του Eurogroup δεν έχουν ακόμη εξειδικευθεί και ποσοτικοποιηθεί, ενώ από το χρονοδιάγραμμα δράσεων που ανακοινώθηκε δεν διαφαίνεται μια αποφασιστική και εμπροσθοβαρής ρύθμιση της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους. Συνεπώς, το πρόβλημα του δημόσιου χρέους δεν αντιμετωπίζεται σήμερα στο πλαίσιο της ευνοϊκής διεθνούς συγκυρίας των ιδιαίτερα χαμηλών επιτοκίων, αλλά μετατίθεται για επανεξέταση μετά το τέλος του προγράμματος. Οι οριστικές αποφάσεις για το χρέος υπόκεινται, πρώτον, στη θετική συνολική αξιολόγηση του προγράμματος και, δεύτερον, στα πορίσματα μιας νέας ανάλυσης βιωσιμότητας του χρέους, η οποία θα γίνει το 2018.
Η Τράπεζα της Ελλάδος κρίνει ότι υπάρχουν σημαντικοί λόγοι για άμεσες ενέργειες ελάφρυνσης του χρέους. Πρώτον, τα επιτόκια παγκοσμίως βρίσκονται σε ιστορικώς χαμηλά επίπεδα, η τυχόν ελάφρυνση του χρέους θα μπορούσε να είναι επωφελέστερη για την Ελλάδα αν γίνει σήμερα παρά μετά από μερικά χρόνια, όταν τα επιτόκια παγκοσμίως ενδεχομένως θα είναι υψηλότερα. Δεύτερον, η ελάφρυνση του χρέους, εάν εφαρμοστεί τώρα, θα συμβάλει στη βελτίωση της εμπιστοσύνης των διεθνών επενδυτών προς τη χώρα, με αποτέλεσμα μείωση των ασφαλίστρων κινδύνου, μείωση του κόστους χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και ενίσχυση των επενδύσεων και των προοπτικών ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.
Σενάρια βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους που επεξεργάστηκαν τα στελέχη της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης και Μελετών της Τράπεζας της Ελλάδος υποδηλώνουν ότι πρωτογενή πλεονάσματα 2% του ΑΕΠ από το 2018 και μετά είναι συνεπή με βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους, αρκεί (α) να μετατεθούν περαιτέρω οι λήξεις των δανείων κατά 20 έτη και (β) να εξομαλυνθούν οι πληρωμές των τόκων που μεταφέρονται και κεφαλαιοποιούνται σε μια περίοδο 20 ετών.
Ταυτόχρονα, η υιοθέτηση χαμηλότερων δημοσιονομικών στόχων θα δώσει τη δυνατότητα για μείωση της φορολογίας, που σήμερα είναι υψηλή. Αυτό θα έχει ως συνέπεια ηπιότερες επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία και κατ’ επέκταση υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης μεσομακροπρόθεσμα, γεγονός που θα καταστήσει ταχύτερη την αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους.
Προοπτικές ανάκαμψης με τους κινδύνους να παραμένουν
Η οικονομική δραστηριότητα κινήθηκε πτωτικά το α’ τρίμηνο του 2016, τόσο σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους (-1,4%) όσο και έναντι του προηγούμενου τριμήνου (-0,5%).
Η ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης αναμένεται να συμβάλει στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και στην ενίσχυση της ρευστότητας και να βελτιώσει το επενδυτικό κλίμα το δεύτερο εξάμηνο του 2016.
Για το σύνολο του 2016 προβλέπεται οριακά αρνητικός ρυθμός μεταβολής του ΑΕΠ -0,3%, καθώς αναμένονται, στο γ΄ και το δ΄ τρίμηνο, θετικοί ρυθμοί μεταβολής που θα αντισταθμίσουν εν μέρει το αρνητικό αποτέλεσμα του α’ εξαμήνου του έτους.
Ωστόσο οι κίνδυνοι για την πορεία της ελληνικής οικονομίας παραμένουν. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος συνδέεται με την υπερβολική έμφαση στις αυξήσεις φόρων που αποφασίστηκε στο πλαίσιο της πρώτης αξιολόγησης για να καλυφθεί το δημοσιονομικό κενό της περιόδου 2016-2018. Μια μεγαλύτερη του αναμενομένου υφεσιακή επίπτωση του αυξημένου φορολογικού βάρους θα είχε ως δευτερογενή επίδραση την απόκλιση των δημοσιονομικών στόχων για τα έσοδα.
Προϋποθέσεις επιστροφής στην ανάπτυξη
Με βάση τα δεδομένα της πραγματικής οικονομίας και τις αναμενόμενες θετικές επιπτώσεις της πρώτης αξιολόγησης, είναι βάσιμο να προβλεφθεί ότι πλησιάζει το τέλος της ύφεσης και ότι στα τέλη του 2016 θα καταγραφούν σαφείς ενδείξεις ανάκαμψης. Για να μετατραπεί όμως η ανάκαμψη αυτή σε βιώσιμη και ταχεία ανάπτυξη, απαιτούνται συγκεκριμένες και συνδυασμένες δράσεις με στόχο τη δημιουργία ενός “περιβάλλοντος ανάπτυξης”. Αυτό σημαίνει:
1ον. Εμπέδωση της εμπιστοσύνης και ενίσχυση της εκτίμησης ότι η ελληνική οικονομία έχει επανέλθει στην κανονικότητα και δεν επιφυλάσσει ανεπιθύμητες παλινδρομήσεις.
2ον. Αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας και ταχεία προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων είναι τα ισχυρότερα μέσα όχι μόνο για την τόνωση της επενδυτικής δραστηριότητας.
3ον. Αντιμετώπιση του υψηλού αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, η οποία αποτελεί τη σημαντικότερη πρόκληση για το τραπεζικό σύστημα.
4ον. Μεταρρυθμίσεις για τόνωση της εξωστρέφειας.
Οι δράσεις αυτές θα προσελκύσουν ξένες επενδύσεις και θα οδηγήσουν σε έναν ενάρετο κύκλο που θα σηματοδοτήσει την οριστική έξοδο από την κρίση και τη διατηρήσιμη αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας σε μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα.