100 ημέρες πολέμου στη Μέση Ανατολή: Πώς επηρέασε αγορές και οικονομίες

Βαριά σκιά στις αγορές περιουσιακών στοιχείων και οικονομίες έχει ρίξει ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, ο οποίος σήμερα συμπληρώνει 100 ημέρες.

Ο πόλεμος συνεχίζει να προκαλεί σημαντική μεταβλητότητα σε όλες τις κατηγορίες assets καθώς μια μόνιμη ειρηνευτική συμφωνία δεν έχει υπάρξει ακόμη.

Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν έχουν κολλήσει, με την Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη να στέλνουν αντικρουόμενα μηνύματα σχετικά με την πορεία των ειρηνευτικών συνομιλιών και τις δύο πλευρές να προχωρούν σε επιθέσεις κατά διαστήματα, εν μέσω μίας εύθραυστης εκεχειρίας που παραμένει σε ισχύ.

Οι «ταύροι» της Wall Street αγνοούν τον πόλεμο

Αμέσως μετά τις πρώτες επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν εκδηλώθηκε sell-off των μετοχών σε όλο τον κόσμο. Στη συνέχεια, ωστόσο, οι κύριοι δείκτες της Wall Street ανέκτησαν τις αρχικές απώλειές τους, αν και άλλα χρηματιστήρια δυσκολεύτηκαν να ανακτήσουν τη δυναμική τους,

Οι επενδυτές στην Wall Street αγνόησαν τον πόλεμο, παρά τις υψηλότερες τιμές του πετρελαίου και τον αντίκτυπό τους στον πληθωρισμό, με τον S&P 500 να έχει φτάσει σε νέα ιστορικά υψηλά επίπεδ, εν μέσω του πολέμου.

Ο Iain Barnes, διευθύνων σύμβουλος επενδύσεων της Netwealth, δήλωσε στις αγορές μετοχών κυριαρχεί η εκτίμηση ότι ο πόλεμος θα οδηγήσει τις μεγάλες οικονομίες που εισάγουν ενέργεια να μεταβούν από ένα «ήπιο αποπληθωριστικό περιβάλλον» σε ένα περιβάλλον στασιμοπληθωρισμού. Παράλληλα, ωστόσο, επικράτησε αισιοδοξία για την τεχνητή νοημοσύνη και την κερδοφορία των αμερικανικών εταιρειών.

«Αυτό οδήγησε τις αγορές μετοχών σε άνοδο, αλλά με ξεκάθαρη καθοδήγηση από τις αγορές των ΗΠΑ και της Ασίας, όπου είναι εισηγμένες μεγάλες εταιρείες που επωφελούνται από την τεχνητή νοημοσύνη. Οι ευρωπαϊκές μετοχές έχουν παρουσιάσει πιο συγκρατημένη πορεία, καθώς ο αντίκτυπος της αύξησης του κόστους ενέργειας αποτελεί μεγαλύτερο πρόβλημα», σημείωσε.

«Οι δαπάνες για υποδομές τεχνητής νοημοσύνης έχουν αναδείξει μια σειρά πιθανών εμποδίων, μεταξύ των οποίων και η αστείρευτη ζήτηση για υπολογιστική ισχύ, η οποία τροφοδοτεί τις τιμές των μετοχών των εταιρειών μικροτσίπς», δήλωσε ο Toni Meadows, επικεφαλής επενδύσεων της BRI Wealth Management.

«Οι αγορές και ολόκληρες οικονομίες, όπως η Νότια Κορέα και η Ταϊβάν, αναβαθμίζονται σε όρους ανάπτυξης» λόγω της ΑΙ, σημείωσε, προσθέτοντας ότι, καθώς οι ΗΠΑ είναι σε μεγάλο βαθμό αυτάρκεις σε πετρέλαιο, η πίεση που δημιουργεί η σύγκρουση στον Κόλπο δεν είναι τόσο άμεση για τη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.

«Εάν το Στενό του Ορμούζ παραμείνει κλειστό, ο πληθωρισμός είναι πιθανό να επιταχυνθεί, αλλά οι επενδυτές φαίνονται πρόθυμοι να πιστέψουν ότι ούτε ο Τραμπ ούτε οι Ιρανοί επιθυμούν να παρατείνουν αυτή τη σύγκρουση», πρόσθεσε ο Meadows.

«Ωστόσο, σε κάποιο σημείο, ο αντίκτυπος της σύγκρουσης, εάν δεν επιλυθεί, θα οδηγήσει σε καταστροφή της ζήτησης που οι επενδυτές δεν θα μπορούν να αγνοήσουν. Ωστόσο, αυτό το σημείο δεν έχει ακόμη επιτευχθεί και, παρόλο που οι αγορές καθοδηγούνται από έναν μικρό αριθμό μετοχών, οι θετικές ειδήσεις για αυτές τις εταιρείες υπερτερούν της αβεβαιότητας που επικρατεί σε άλλους τομείς, όπως οι μετοχές καταναλωτικών προϊόντων», σημείωσε.

 

Αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων

Τα κρατικά ομόλογα παρουσιάζουν μεταβλητότητα από την έναρξη του πολέμου, αλλά οι αποδόσεις τους έχουν αυξηθεί και κινούνται σε υψηλά επίπεδα. Οι αποδόσεις και οι τιμές των ομολόγων κινούνται σε αντίθετες κατευθύνσεις,συνεπώς οι υψηλές αποδόσεις σημαίνουν ότι παραμένει η πτωτική πίεση στις τιμές των κρατικών τίτλων.

Οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων συγκαταλέγονται μεταξύ εκείνων που σημείωσαν ραγδαία άνοδο μετά τον πόλεμο, καθώς οι επενδυτές έσπευσαν να προεξοφλήσουν υψηλότερο πληθωρισμό και σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής. Τον περασμένο μήνα, η απόδοση του 30ετούς κρατικού ομολόγου

έφτασε στο υψηλότερο επίπεδό από πριν την χρηματοπιστωτική κρίση.

Πολλές μεγάλες οικονομίες έχουν παρουσιάσει παρόμοια εικόνα. Το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο επίσης έχει πληγεί από εσωτερικές πολιτικές αναταραχές, έχει δει τα κρατικά ομόλογά του — γνωστά ως gilts

— να πωλούνται με ιδιαίτερα επιθετικό ρυθμό.

Ο Neil Birrell, διευθύνων σύμβουλος επενδύσεων στην Premier Miton Investors, δήλωσε στο CNBC ότι οι αγορές ομολόγων έχουν υιοθετήσει την άποψη ότι υπάρχει «κάτι πραγματικό για το οποίο πρέπει να ανησυχούμε», επισημαίνοντας τις ανησυχίες για υψηλότερο πληθωρισμό, χαμηλότερη ανάπτυξη και διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα.

«Η διάρκεια του υψηλότερου πληθωρισμού και των επιτοκίων είναι πιθανώς πιο σημαντική από το απόλυτο ύψος τους, οπότε με την τρέχουσα κατάσταση να φαίνεται ότι θα διαρκέσει, η οικονομική ανάπτυξη θα πληγεί και οι αποδόσεις των ομολόγων είναι πιθανό να παραμείνουν υψηλές, καθιστώντας πιο δύσκολο για τις μετοχές να διατηρήσουν το επίπεδό τους», είπε.

 

Οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν υψηλές

Το Στενό του Ορμούζ έχει ουσιαστικά κλείσει καθ' όλη τη διάρκεια του πολέμου, με αποτέλεσμα τις σημαντικές διακυμάνσεις στις τιμές του πετρελαίου, καθώς οι επενδυτές αντέδρασαν στις πυραυλικές επιθέσεις, ειρηνευτικές συνομιλίες και εκεχειρίες.

Αν και οι τιμές έχουν πέσει σημαντικά από τα υψηλά επίπεδα που είχαν φτάσει κατά τη διάρκεια του πολέμου, παραμένουν σε επίπεδα πολύ υψηλότερα από αυτά στα οποία διαπραγματεύονταν πριν από την έναρξη της σύγκρουσης. Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του Brent διαμορφώνονται περίπου 36% πάνω από τα προπολεμικά τους επίπεδα, ενώ τα futures του αμερικανικού West Texas Intermediate εξακολουθούν να είναι υψηλότερα κατά σχεδόν 50%.

Ο αποκλεισμός του Στενού του Ορμούζ, σε συνδυασμό με τις ζημιές και το κλείσιμο βασικών εγκαταστάσεων παραγωγής ενέργειας στη Μέση Ανατολή, έχει δημιουργήσει σοβαρούς περιορισμούς στην προσφορά.

Τα προβλήματα εφοδιασμού έχουν αναγκάσει τους εισαγωγείς πετρελαίου να αναζητήσουν εναλλακτικούς προμηθευτές.

Τις τελευταία 100 ημέρες παρατηρήθηκε αύξηση στις εξαγωγές αργού πετρελαίου από τις ΗΠΑ — κάτι που, σύμφωνα με τον Tamas Varga, αναλυτή της PVM Oil Associates, αποτελεί έναν από τους «διαφαινόμενους παράγοντες που εμποδίζουν μια σημαντικότεργ άνοδο των τιμών» στις αγορές αργού πετρελαίου.

«Οι παράγοντες αυτοί περιλαμβάνουν την αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου, την άρση των κυρώσεων για το ιρανικό και ρωσικό πετρέλαιο που βρίσκεται ήδη στη θάλασσα, τη μείωση των κινεζικών εισαγωγών πετρελαίου, τις εναλλακτικές διαδρομές για τη μεταφορά πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο προς την Ασία και την Ευρώπη, την αύξηση των εξαγωγών αμερικανικού αργού πετρελαίου και διυλισμένων προϊόντων και, τέλος, τη μείωση της ζήτησης», ανέφερε.

Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι εάν τα αποθέματα πετρελαίου συνεχίσουν να εξαντλούνται καθ’ όλη τη διάρκεια του Ιουνίου, θα φτάσουν στα κρίσιμα λειτουργικά τους επίπεδα και ο αγώνας για την εξασφάλιση εφοδιασμού θα ενταθεί. Αν συμβεί αυτό, είπε, «η επιστροφή πάνω από τα 100 δολάρια θα επίκειται».

«Είναι επιτακτική ανάγκη να ανοίξει ξανά το Στενό το συντομότερο δυνατόν, για να ανακουφιστεί η έλλειψη προσφοράς και, κατά συνέπεια, η πληθωριστική πίεση», πρόσθεσε ο Varga.

Σε άνοδο ο πληθωρισμός

Τα οικονομικά στοιχεία έχουν αρχίσει να καταδεικνύουν τον ευρύτερο αντίκτυπο που έχει ο πόλεμος πέρα από τις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Καθώς ο συνεχιζόμενος πόλεμος διατηρεί το κόστος της ενέργειας σε υψηλά επίπεδα, τα στοιχεία για τον πληθωρισμό σε διάφορες μεγάλες οικονομίες έχουν αρχίσει να δείχνουν άνοδο των τιμών — λόγω της ραγδαίας αύξησης του κόστους του πετρελαίου, του φυσικού αερίου, των καυσίμων αεροσκαφών και της βενζίνης.

Στις ΗΠΑ, ο δείκτης τιμών καταναλωτή έφτασε σε ετήσιο ρυθμό 3,8% τον Απρίλιο, το υψηλότερο επίπεδό του σε σχεδόν τρία χρόνια.

Η μείωση των ενεργειακών προμηθειών από τη Μέση Ανατολή έχει αποτελέσει σημαντικό παράγοντα για την αύξηση του πληθωρισμού, αν και η ραγδαία άνοδος των τιμών έχει οδηγήσει σε κυβερνητικές παρεμβάσεις από ορισμένες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας και της Ινδίας.

 

Με πληροφορίες από CNBC

imerisia.gr