Σχεδόν τέσσερα στα δέκα ευρώ από το συνολικό κόστος εργασίας εξακολουθούν να κατευθύνονται σε φόρους και ασφαλιστικές εισφορές, αποτυπώνοντας τη διαχρονικά υψηλή επιβάρυνση που αντιμετωπίζουν οι μισθωτοί στην Ελλάδα.
Παρά τις μειώσεις που έχουν εφαρμοστεί τα τελευταία χρόνια, τα στοιχεία για το 2025 δείχνουν ότι η συνολική εικόνα δεν έχει μεταβληθεί ουσιαστικά.
Για έναν άγαμο εργαζόμενο με μέσο εισόδημα, η φορολογική επιβάρυνση διαμορφώνεται στο 39,3%, γεγονός που σημαίνει ότι από κάθε 100 ευρώ που καταβάλλονται για μισθό, τα 39 ευρώ αποδίδονται στο κράτος μέσω φόρων και εισφορών.
Η αποκλιμάκωση σε σχέση με το 2024 είναι περιορισμένη και δεν επηρεάζει τη βασική διαπίστωση ότι η Ελλάδα παραμένει πάνω από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ, καταλαμβάνοντας θέση στο μέσο της σχετικής κατάταξης.
Μεγαλύτερη πίεση στα νοικοκυριά με παιδιά
Η επιβάρυνση γίνεται εντονότερη για τα νοικοκυριά με παιδιά. Στην περίπτωση οικογένειας με έναν εργαζόμενο και δύο εξαρτώμενα μέλη, το ποσοστό φθάνει το 37,5%, ένα από τα υψηλότερα μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ.
Την ίδια στιγμή, ο μέσος όρος στις υπόλοιπες οικονομίες διαμορφώνεται στο 26,2%, καταδεικνύοντας τη σημαντική απόκλιση που χαρακτηρίζει την ελληνική περίπτωση.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η περιορισμένη επίδραση των φορολογικών ελαφρύνσεων που σχετίζονται με την ύπαρξη παιδιών. Στην Ελλάδα, η επιβάρυνση μειώνεται μόλις κατά 1,9 ποσοστιαίες μονάδες, όταν στον ΟΟΣΑ η αντίστοιχη μείωση φτάνει κατά μέσο όρο τις 8,9 μονάδες.
Η διαφορά αυτή υποδηλώνει ότι τα φορολογικά κίνητρα για οικογένειες παραμένουν περιορισμένα, χωρίς να αντισταθμίζουν επαρκώς το αυξημένο κόστος διαβίωσης.
Το καθαρό εισόδημα των εργαζομένων
Η εικόνα αυτή αντανακλάται και στο καθαρό εισόδημα που απομένει στους εργαζόμενους. Ένας άγαμος μισθωτός διατηρεί περίπου το 73,9% του μεικτού μισθού του, ποσοστό ελαφρώς χαμηλότερο από τον διεθνή μέσο όρο.
Για μια οικογένεια με δύο παιδιά, το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 76,2%, όταν στις περισσότερες χώρες ξεπερνά το 85%.
Η απόκλιση αυτή μεταφράζεται σε αισθητά μικρότερη διαθέσιμη εισοδηματική δυνατότητα για τα ελληνικά νοικοκυριά.
Διαρθρωτική πρόκληση για την Ελλάδα
Σε μακροχρόνια βάση, η εικόνα παραμένει σχεδόν αμετάβλητη. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 έως σήμερα, η φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα παρουσιάζει μικρή αλλά σταθερή αύξηση, σε αντίθεση με την πορεία που καταγράφεται σε πολλές άλλες χώρες του ΟΟΣΑ, όπου παρατηρείται τάση αποκλιμάκωσης.
Αντίστοιχα, την τελευταία δεκαετία καταγράφεται εκ νέου ήπια άνοδος, την ώρα που διεθνώς η τάση είναι περισσότερο σταθεροποιητική.
Το αποτέλεσμα είναι ότι, παρά τις παρεμβάσεις που έχουν εφαρμοστεί και τις εξαγγελίες για περαιτέρω ελαφρύνσεις, η βασική δομή της επιβάρυνσης δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά.
Οι εργαζόμενοι εξακολουθούν να επωμίζονται το μεγαλύτερο μέρος του κόστους, ενώ οι διαφορές σε σχέση με άλλες οικονομίες παραμένουν εμφανείς.
Σε ένα περιβάλλον όπου το κόστος ζωής αυξάνεται και η αγοραστική δύναμη πιέζεται, η πραγματική σημασία αυτών των στοιχείων γίνεται ακόμη πιο έντονη. Η σύγκριση δεν περιορίζεται μόνο στα ποσοστά φορολόγησης, αλλά επεκτείνεται στο διαθέσιμο εισόδημα που τελικά απομένει στους πολίτες.
Ιδιαίτερα για τις οικογένειες, η επιβάρυνση παραμένει δυσανάλογη σε σχέση με τα οφέλη που προκύπτουν από το φορολογικό σύστημα. Η περιορισμένη ανακούφιση που προσφέρουν οι υφιστάμενες ρυθμίσεις εντείνει την απόσταση ανάμεσα στις προσδοκίες και την πραγματικότητα.
Συνολικά, τα στοιχεία δείχνουν ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μια διαρθρωτική πρόκληση στο πεδίο της φορολόγησης της εργασίας.
Παρά τις επιμέρους βελτιώσεις, η ανάγκη για ουσιαστικές παρεμβάσεις που θα ενισχύσουν το διαθέσιμο εισόδημα και θα μειώσουν το βάρος για τους εργαζόμενους και τα νοικοκυριά παραμένει ζητούμενο.