Μερικά ζώα ζουν υποχρεωτικά κοινωνικά. Καθένα κάνει κάτι διαφορετικό, αλλά όλα μαζί εξυπηρετούν κοινό σκοπό. Τέτοια είναι κυρίως κάποια έντομα, μυρμήγκια, μέλισσες κλπ. Άλλα ζουν μοναχά τους ή σε αγέλες, χωρίς σημαντική κατανομή της εργασίας. Τέτοια είναι τα περισσότερα γύρω μας. Εμείς είμαστε το μόνο είδος που μπορεί να επιλέγει πόσο κοινωνικά και πόσο αγελαία (ή και μόνο του) επιθυμεί να ζει. Πριν από πάνω κάτω 10 χιλιετίες, στις κοιλάδες ποταμών όπως στη Μεσοποταμία, οι άνθρωποι επέβαλαν στους εαυτούς τους περιορισμούς κυρίως διατροφικούς και γενετήσιους. Τέτοιοι περιορισμοί υπάρχουν υποχρεωτικά, αντανακλαστικά, στα κοινωνικά ζώα. Εμείς τους επιβάλαμε στους εαυτούς μας κι αν θέλουμε δεν τους τηρούμε. Σε κάθε άνθρωπο τότε δημιουργήθηκαν τρεις όψεις: μια φυσική, αισθητή από το Σύμπανꞏ μια νοητή, αντιληπτή μόνο από τον εαυτό τηςꞏ και μια κοινωνική, σε σχέση με το έλλογο περιβάλλον του. Προφανώς, η κοινωνική όψη της ύπαρξής μας δεν υπάρχει στα υπόλοιπα, τα αγελαία και τα μονήρη, ζώα (ή υπάρχει μόνον υποτυπωδώς). Τους περιορισμούς αυτούς τους ονομάζομε νόμους. Εκφράζουν το «θέλω» της κοινωνίας που το εισπράττομε σαν ένα «πρέπει».
Οι φυσικοί νόμοι μάς επιβάλλονται από τη φύση. Έτσι είναι. Δεν γίνεται αλλιώς. Είναι αδύνατο να μην πειθαρχούμε στη βαρύτητα ή στις ηλεκτρομαγνητικές δυνάμεις είτε το καταλαβαίνομε είτε όχι. Αν επιχειρήσουμε να αντισταθούμε στη βαρύτητα και να πετάξουμε σαν τα πουλιά, θα πέσουμε να σκοτωθούμε ή να πνιγούμε σαν τον Ίκαρο.
Πάμπολλα πράγματα και γεγονότα που παρατηρούμε δεν μπορούμε να τα εξηγήσουμε. Εξήγηση εννοώ πως αντιλαμβανόμαστε την αιτία τους. Στην κοινωνία ό,τι «πρέπει» το αποφασίζομε οι άνθρωποι, εμείς είμαστε το αίτιό του. Και για τη φύση επομένως φανταζόμαστε πως κάτι ανάλογο συμβαίνει και τους φυσικούς περιορισμούς φανταζόμαστε πως τους επιβάλλει ένα ανώτερο Ον, ένας θεός, ενώ τους κοινωνικούς μια άλλη υπαρανθρώπινη δύναμη, η κοινωνία.
Η κοινωνική βούληση εκφράζεται από μια εξουσία. Η εξ-ουσία δηλώνει μια δύναμη έξω από την ουσία, την ύπαρξη. Μπορεί να είναι, είπαμε, υπερφυσική, οι θεοί, που βούλησή τους είναι οι φυσικοί νόμοι. Μπορεί όμως να είναι φυσική, όχι θεϊκή, απλώς υπερανθρώπινη. Μπορεί τότε να είναι η βούληση ενός ανθρώπου (στις μοναρχίες), ή λίγων (στις ολιγαρχίες) ή όλου του λαού (στις δημοκρατίες).
Η πειθαρχία στους φυσικούς νόμους είναι, είπαμε, υποχρεωτική. Αν όμως οι φυσικοί νόμοι είναι η βούληση θεών, αυτοί έχουν, πιστεύομε, ανθρώπινες αδυναμίες. Βλέποντας λοιπόν τι κάνομε στην κοινωνία για να εξευμενίζουμε τους άρχοντες, το ίδιο κάνομε και για τους θεούς. Για παράδειγμα, κάνομε μια θυσία. Οι θεοί οσφραίνονται και ευφραίνονται με την κνίσα που ανεβαίνει στον ουρανό, την ώρα που εμείς ψήνομε το σφάγιο και έτσι τους καλοπιάνομε. Άλλες φορές τους αρκεί να ανάψουμε ένα κεράκι ή να κάψουμε λίγο λιβάνι. Άλλες φορές, όπως για να πετύχουμε κάποιο ρουσφέτι χρησιμοποιούμε στην κοινωνία ένα μέσο, έτσι χρησιμοποιούμε και για τους θεούς, έναν άγιο, έναν ημίθεο, έστω έναν ιερέα. Το λέμε επίσημα. «Και σε μεσίτριαν έχω». «Πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ». «Ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου» κλπ. Τέτοιο καλόπιασμα δεν μπορεί να γίνει με τη φύση. Οι θεοί εξευμενίζονται, οι άνθρωποι καλοπιάνονται. Η φύση δεν συγχωρεί. Τα όρια μεταξύ των δυο υπερανθρώπινων δυνάμεων δεν είναι τελείως σαφή. «Φωνή λαού, οργή Θεού». Η δύναμη των πολλών είναι τόσο μεγαλύτερη από εκείνη του καθενός, που μοιάζει μεταφυσική. Αλλά και ο εξευμενισμός των θεών έχει κάποιο κοινωνικό στοιχείο. Το αρνί που σφάζομε το Πάσχα είναι θυσία, όχι σφαγή. Θυμάμαι παραδοσιακά όταν ήμουν παιδί και είχα βρεθεί μπροστά στη σφαγή ενός λαμπριάτικού αρνιού, ο χωρικός έκανε το σταυρό του, είπε «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» και τότε έφερε το μαχαίρι στο λαιμό του αμνού. Κι όταν ψηνόταν στο ύπαιθρο, όποιος περνούσε εκεί γύρω, κερνιόταν ένα μεζεδάκι. Ήταν θυσία, όχι σφαγή, μια κοινωνική λειτουργία που πραΰνει την οργή του πλήθους, αν υπάρχει. Ο Αγαμέμνονας έκανε μια εκατόμβη και οι στρατιώτες του ηρέμησαν που είχαν εξοργιστεί όταν σκότωσε το ιερό ελάφι της Άρτεμης.
Με όλα τα παραπάνω θέλω να σκεφτώ πώς θα μπορούσαν οι νόμοι της κοινωνίας να είναι σωστοί, έτσι που να μην παραβιάζονται. Πρώτο, αυτονόητο, δεν πρέπει να αντιπαρατίθενται στους φυσικούς νόμους. Αν π.χ. απαγορεύουν τη λήψη τροφής ή τον έρωτα, είναι βέβαιο πως θα παραβιαστούν. Όμως η κοινωνία αναπτύσσεται ακριβώς επιβάλλοντας περιορισμούς διατροφικούς (νηστεία) και γενετήσιους (εγκράτεια). Οι κοινωνίες παραδοσιακά βρήκαν μια ισορροπία. Οι διατροφικοί περιορισμοί επιβάλλουν εναλλαγή νηστείας με θυσία, σα μια ταλάντωση. Στη διάρκεια της νηστείας οι ζωντανές αποθήκες πολλαπλασιάζονται, τα ζώα γεννοβολούν, τα γεννήματα σπέρνονται κλπ. Όταν έχει συντελεστεί το επιδιωκόμενο ακολουθεί η θυσία και ο θερισμός ή ο τρύγος. Με την επιβολή της μονογαμίας στις γυναίκες επιβάλλεται να είναι κοινωνικά παραδεκτό ποιος είναι ο πατέρας των παιδιών που θα γεννηθούν και επομένως ποιος θα κληρονομήσει την περιουσία όταν πεθάνει ο πατέρας αφέντης. Αν δεν είναι γνωστός, η περιουσία θα σκορπίσει και σκόρπια δεν μπορεί να αποτελεί αναπαραγόμενο κεφάλαιο. Κεφάλαιο είναι ο αυτοπολλαπλασιαζόμενος θησαυρός.
Για την επιβίωση των ανθρώπων, όπως και κάθε ζώου, αρκεί η ικανοποίηση των βιολογικών αναγκών τους, κυρίως διατροφικών και γενετήσιων. Εμείς όμως, επιπλέον των επιθυμιών που μας επιβάλλονται από τη φύση μας, σχηματίζομε και σκοπούς, μοναδικούς για τον καθένα, για το κάθε μοναδικό νοητό Εγώ. Η δυνατότητα να επιδιώκει καθένας το δικό του σκοπό, με μόνο κοινωνικό εμπόδιο την αντίστοιχη επιδίωξη των άλλων, αν έρχεται σε αντίθεση με το δικό του, αυτή είναι η επιδίωξη της ευδαιμονίας. Αυτή δεν συμπίπτει με την ευτυχία από την ικανοποίηση των βιολογικών αναγκών του αισθητού Εγώ, ούτε με την μακαριότητα που σημαίνει καταπίεση των επιθυμιών, τέτοια που να μη λείπει τίποτε το επιθυμητό (νιρβάνα). Η εναλλαγή νηστείας-θυσίας που αναφέρθηκε παραπάνω, προσφέρει ένα πρότυπο κοινωνικού προγραμματισμού, όπου εναλλάσσονται περιοδικά τρεις φάσεις: φάση νηστείας-λιτότητας, όταν γίνονται επενδύσεις και ανάπτυξη με κίνητρο την αμοιβή του κεφαλαίουꞏ φάση εργασίας με ανάπτυξη με κίνητρο την αμοιβή της εργασίας (μεγαλύτερη μισθοί των εργαζομένων ή μείωση ωρών εργασίας χωρίς μείωση μισθών), ανάλογα με την παροχή έργουꞏ και φάση κατανάλωσης με νομή του θησαυρού που έχει σωρευτεί στις προηγούμενες φάσεις ανάλογα με τις ανάγκες και επιδιώξεις καθενός. Ικανοποίηση των φυσικών-βιολογικών αναγκών, και παράλληλα εξυπηρέτηση του σκοπού μιας κοινωνίας, όπως τον διαμορφώνει το σύνολό της (δημοκρατία), αναμένεται να μειώνουν την παραβατικότητα.