Της Μαρίας Ρώτα

Φοίνικας

  • Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου, 2019 - 06:09
  • /   Eνημέρωση: 7 Φεβ. 2019 - 7:33

Η πολιτεία του Εύμαιου. Ήταν γιος του Κτησία

Η Σύρος, όπως και τα περισσότερα Κυκλαδονήσια, αναδύεται από τη θάλασσα σε μορφή γυμνών και απότομων βράχων. Και το όνομά της Σούρ ή Οσούρα ή Συρίη ή Σύρα σημαίνει βραχώδης. Στον Όμηρο, στο έπος Οδύσσεια, πρωτογίνεται γνωστή η Σύρος. Φαίνεται ότι οι πληροφορίες του Ομήρου για το νησί ήταν σωστές, αφού τις επιβεβαιώνει απόλυτα η αρχαιολογική σκαπάνη του αρχαιολόγου Χρήστου Τσούντα. Τα ευρήματα που έφερε στο φως από τις ανασκαφές του υποδηλώνουν την ευμάρεια των κατοίκων του νησιού στην αρχαιότητα. Την 3η χιλιετία π.Χ. αναπτύσσεται στον Κυκλαδικό χώρο ένας από τους 5 μεγάλους πολιτισμούς του κόσμου, ο περίφημος Κυκλαδικός πολιτισμός που διεθνώς έχει ονομαστεί από τους ειδικούς: “Πολιτισμός Κέρου – Σύρου”. Η Κέρος είναι ένα μικρό ακατοίκητο νησί κοντά στην Αμοργό.

Ευτυχώς για τη Σύρο, ο Όμηρος έγραψε πολύτιμους στίχους που παρουσιάζουν το νησί όπως άκουσε να μιλούν γι' αυτό. Όταν ο Οδυσσέας, μετά τον Τρωικό πόλεμο, γυρίζει στην Ιθάκη μετά τις περιπλανήσεις του, θέλοντας να δει την κατάσταση που επικρατεί στο βασίλειό του χωρίς να τον δουν και να τον γνωρίσουν οι “μνηστήρες” της συζύγου του, η θεά Αθηνά (που τον συμπαθούσε πολύ), τον μεταμόρφωσε σε ζητιάνο και επισκέπτεται τον πιστό του χοιροβοσκό τον Εύμαιο. Για να είναι πιο πιστικός τον ρωτά, σαν ξένος, ποιος είναι και από που είναι και πως βρέθηκε στην Ιθάκη. Στην απάντησή του ο Εύμαιος του περιγράφει την καταγωγή του από το νησί Συρίη.

Σε ελεύθερη μετάφραση, σε πεζό λόγο από την Οδύσσεια.

ΟΔΥΣΣΕΙΑ – Ο – στίχοι 403-485

“υπάρχει μια νήσος Συρίη, αν την έχεις ακούσει, πιο ψηλά από την Ορτυγία (Δήλος) προς τα δυτικά της. Και δεν είναι μόνο πολυάνθρωπος, αλλά είναι ευδαίμων (ευημερία-ευμάρεια), έχει καλή και άφθονη βοσκή (εύβοτος), έχει και πολλά και καλά πρόβατα (εύμηλος) παράγει πολύ κρασί (οινοπληθής) και στάρι πολύ (πολύπυρος). Ο κόσμος της ποτέ δεν πεινάει ούτε προσβάλλεται από αρρώστιες αλλά όταν γερνάνε στην πόλη οι άνθρωποι βρίσκουν γλυκό θάνατο με τα βέλη του αργυροδόξαρου Απόλλωνα και της Αρτέμιδος. Στο νησί αυτό υπάρχουν δύο πόλεις, τα πάντα δε σ' αυτές είναι εξ' ίσου μοιρασμένα. Και στις δυο πόλεις αυτές βασιλιάς ήταν ο πατέρας μου ο Κτήσιος, ο γιος του Ορμένου που έμοιαζε με τους αθανάτους.”

Μετά τη σύντομη αλλά περιεκτική αυτή περιγραφή του νησιού που έγινε από τον Εύμαιο, γιο του βασιλιά και των δύο πόλεων Ορμένου, ο Εύμαιος εξακολουθεί να διηγείται στον Οδυσσέα πως τον άρπαξαν από τη Σύρο οι Φοίνικες ναυτικοί: “Σ' αυτό το νησί ήλθαν άνδρες Φοίνικες, έμπειροι ναυτικοί (ναυσίκλυτοι), αισχροκερδής, πλεονέκτες (τρώκται) κουβαλώντας χιλιάδες κοσμήματα στο σκάφος τους. Υπήρχε δε στο σπίτι του πατέρα μου γυναίκα από τη Φοινίκη καλής (ενδόξου) καταγωγής και πολύτιμη για την εργασία την οποίαν γνώριζε. Αυτή η γυναίκα, οι αρκετοί πανούργοι και απατεώνες (πολυπαίπαλοι) Φοίνικες την ξελόγιασαν. Και κάποιος που τη βρήκε να πλένει κοντά στο κοίλο σκάφος άρχισε να της μιλά για έρωτα, που αποπλανά και ευχαριστεί τα μυαλά των γυναικών. Έπειτα δε κάποιος από αυτούς τη ρώτησε από που ήταν και πως είχε βρεθεί εδώ. Κι εκείνη του φανέρωσε το πατρικό της σπίτι. Πατρίδα μου είναι η πλούσια Σιδών, είμαι δε κόρη του πλούσιου Αρύβαντα. Με άρπαξαν ληστές Τάφιοι ενώ γυρνούσα από το χωράφι και σ΄ αυτού του ανθρώπου εδώ το σπίτι μ' έφεραν και με αγόρασε με βαρύ τίμημα. Της είπε πάλι ο άνδρας που πλάγιασε κρυφά μαζί της. Έλα λοιπόν μαζί μας να πάμε στην πατρίδα σου, στο πλούσιο σπίτι σου και να δεις τον πατέρα και την μητέρα σου. Η γυναίκα του είπε να της ορκιστούν οι ναύτες ότι θα την μεταφέρουν πίσω στην πατρίδα της άβλαφτη, χωρίς να πάθει τίποτα. Έτσι τους είπε και όλοι ορκίστηκαν. Μετά τον όρκο τους είπε: Σιωπή τώρα και κανείς να μη μου μιλήσει όταν με δει στο δρόμο ή στη βρύση, μήπως κάποιος το πει στον γέροντα στο παλάτι και με δέσει με δεσμά κι εσάς όλους σας καταστρέψει. Κρατάτε το μυστικό κι όταν το καράβι σας γεμίσει με πραμάτειες και ζωοτροφές ας τρέξει κάποιος στο σπίτι να μου πει την είδηση διότι και χρυσό όσο μπορώ στα χέρια μου θα πάρω και άλλο ναύλο θα σας δώσω. Και το παιδί του βασιλιά που εγώ ανατρέφω στο παλάτι θα το φέρω μαζί μου στο φτερωτό καράβι και θα 'χετε πολύ όφελος όπου κι αν το πουλήσετε”. Για να μην μακρηγορήσουμε και χαλαρώσει η περιγραφή του αρπαζόμενου βασιλόπαιδος Ευμαίου από την τροφό του από την Φοινίκη, περιγράφω σύντομα τη υπόλοιπη και ενδιαφέρουσα διήγησή του: “Η τροφός Φοίνισσα μπήκε στο βασιλικό παλάτι. Οι Φοίνικες έμειναν λίγο καιρό στο λιμάνι για διάφορες προμήθειες. Όταν το πλοίο ήταν έτοιμο ένας άνδρας εστάλη στο παλάτι προσποιούμενος τον έμπορο κι έκανε νόημα στην Τροφό. Εκείνη άρπαξε κρυφά το παιδί και πήγε στο πλοίο που απέπλευσε με ούριο άνεμο. Έπλεαν έξι μέρες και νύχτες, αλλά την έβδομη η Φοίνισσα τροφός πέθανε. Την έριξαν στη θάλασσα, λεία στα ψάρια. Ο δε άνεμος και τα κύματα έφεραν το πλοίο στην Ιθάκη όπου ο βασιλιάς Λαέρτης αγόρασε τον βασιλόπαιδα Εύμαιο από τους Φοίνικες πειρατές.”.

Μερικοί διάσημοι Γερμανοί φιλόλογοι κατά τον 19ο αιώνα αμφισβήτησαν την ταυτότητα της νήσου Συρίη και ότι ο Όμηρος δεν εννοεί την νήσο Σύρο των Κυκλάδων, αλλά κάποιο άλλο νησί κοντά στη Σικελία ή και ανύπαρκτο, πλάσμα της φαντασίας του.

Η ομηρική περιγραφή για το νησί της Σύρου είναι πηγή ιστορικών και γεωγραφικών πληροφοριών που αξιολογήθηκαν από πολλούς αρχαίους ιστορικούς και συγγραφείς, αλλά και από νεώτερους και αποδέχθηκαν ότι η Ομηρική “Συρίη” είναι η Σύρος ή Σύρα. Παλαιός συγγραφέας αναφέρει: “Ιδού η εύκαρπος νήσος Σύρος, οία παρεστάθη υπό των αρχαιοτέρων. Αυτή είναι η πατρίς του φιλοσόφου Φερεκύδους...” Φυσικά κανείς δεν αμφισβητεί ότι είναι η πατρίδα του Φερερκύδη. Έχει αποδειχθεί και από παλαιά γραπτά κείμενα ότι ο Φερεκύδης... “υιός Βάβυος, γεννηθείς εν Σύρω και διδάσκαλος του Πυθαγόρα” ήταν μέγας φιλόσοφος και έγραφε στην Ιωνική διάλεκτο σπουδαίο έργο περί της φύσεως των θεών... κ.α.”

Σε μετάφραση οι πρώτες γραμμές στην Οδύσσεια του Ομήρου που αναφέρονται στη Σύρο (Ο 403-412).

“Συρίη λένε το νησί – αν τοχεις ακουστά σου -

στην Ορτυγία πιο ψηλά στο γύρισμα του ήλιου,

όχι πυκνοκατοίκητο, μα καρποφόρο μέρος,

βοσκότοπο, πολύσταρο μ' αμπέλια και κοπάδια.

Πείνα ποτέ δεν έπεσε στη Χώρα μήτε αρρώστια

κακή, που τους ταλαίπωρους θερίζει ανθρώπους.

Μα σαν γεράσουν των θνητών οι φάρες, τότε ο Φοίβος

θάρθει ο αργυροδόξαρος κι η Άρτεμη μαζί του

και με πυκνές σαΐτες τους, τους γλυκοθανατώνουν.

Δυο πολιτείες είναι εκεί κι όλα σε δυο μοιράζουν

κι είχανε τον πατέρα μου και οι δυο για βασιλιά των

τον Κτήσιο του Ορμένου γιό, με τους θεούς παρόμοιο”.

Συνεχίζεται

Μαρία Ρώτα

Ετικέτες: