Η απονιά του κόσμου

Το σκηνικό ασπρόμαυρο βαρύ και καταθλιπτικό, έτσι για να υποβάλει παραπονιάρικα συναισθήματα. Μία πενιά βαριά αποδίδει το μέγεθος του πόνου του μελό σεναρίου που θα εξελιχθεί.

Με τα τέλια του μπουζουκιού να κλαίνε, γυρνάει το πλάνο στα πρόσωπα, που είναι βαριά από τα «χαστούκια» της ζωής.

Αυτή εκεί, φιγούρα τσακισμένη από τα χτυπήματα της άτιμης της κοινωνίας, «που άλλους τους ανεβάζει κι άλλους του κατεβάζει στα τάρταρα κύριε Πετροχείλε μου».

Μία γυναίκα που ξεκίνησε γεμάτη όνειρα για τη ζωή, μα όμως της τα γκρέμισαν μια νύχτα με φεγγάρι.  

Αγάπησε και πόνεσε, πάλεψε και μόχθησε, κονταροχτυπήθηκε με τα θεριά της εξουσίας, ήρθε αντιμέτωπη με τις δυνάμεις του κακού, υπερασπίστηκε με αυτοθυσία τα δίκια του εργάτη.

Τι κι αν δίπλα της είχε το αγαπημένο της δουλικό, που της στεκότανε κερί αναμμένο και σαν πιστό σκυλί της έγλειφε τα πόδια κι έτρεχε ξοπίσω της. «Όλα θα τα δώσω για σένα, ακόμα και τη ζωή μου, αρκεί να μου ρίχνεις μια ματιά» και τα μάτια βούρκωναν από απόγνωση. Από κοντά και το ζαβό της γειτονιάς, που μπορεί να μην καταλάβαινε πολλά, μα πάντα ήταν πρόθυμο για όλα τα θελήματα κι ας πέρναγε για χάρη της του λιναριού τα πάθη.

Μα που να φτουρήσουνε αυτοί απέναντι στα μεγάλα συμφέροντα που την χτυπούσαν αλύπητα για να της ρημάξουν ότι με μόχθο έφτιαξε, που πάλεψε τίμια, με χέρια καθαρά και ψυχή αλύτρωτη και την κατάντησαν να σέρνεται φτωχή στους πέντε δρόμους.

Και να που το πρώτο δάκρυ κύλησε, με τις βαριές πενιές να σιγοντάρουν την εικόνα που αποτυπώνει το δράμα αυτής της αθώας, που μέσα σε λυγμούς ζει τον καημό της.

Το πλάνο γυρνά σε πλουσιόσπιτα των προαστίων, καταγράφοντας την αντίθεση των δύο κόσμων, εκεί όπου τα θεριά της απονιάς που  κατατρέχουν τη δυστυχισμένη, με σχέδιο καλά μελετημένο, δολοπλοκούν για να την τσακίσουν. «Είσαι μία τιποτένια, μια ουτιδανή. Θα σε λιώσω σαν σκουλήκι» της διαμηνύουν, με ένα ατσάλινο γέλιο όλο χαιρεκακία.

«Μα όχι εγώ δεν θα υποκύψω. Θα συνεχίσω, με όλη τη δύναμη που θ’ ανασύρω από τα μύχια της ψυχής μου, για να σας παλέψω, άτιμοι ραδιούργοι. Εγώ αγωνίστρια γεννήθηκα κι αγωνίστρια θα παραμείνω» τους ανταπαντά με περίσσιο θάρρος.

Μόνη της όμως, όταν γυρνά στο ταπεινό πλην τίμιο σπιτικό της, που λάμπει από πάστρα και νοικοκυροσύνη, κάθεται και μονολογεί για τα δεινά που έριξαν στο διάβα της και πρέπει να αντιπαλέψει.

«Είμαι μια δυστυχισμένη. Σε ποιόν να πω τον πόνο μου; Να υψωθεί και ν’ ακουστεί η φωνή μου, η φωνή μιας αθώας. Μ’ έκαναν να ζω μια ζωή γεμάτη πόνο και δάκρυα. Ακόμα κι αν έφταιξα, μάνα μου παραστράτησα. Όμως εσύ καρδιά μου πάψε να πονάς. Μία κατάρα με δέρνει βαριά. Δεν έχει δρόμο να διαβώ, σοκάκι να περάσω. Είναι ο πόνος μου βαρύς, που με οδήγησαν να ζω με τα ψίχουλα του κόσμου. Η μοίρα με χτύπησε σκληρά και κατάντησα συντρίμμι της ζωής. Θα παλέψω, θα βγω να κυνηγήσω το μεροκάματο του πόνου, μα δεν πουλάω την καρδιά μου. Μάνα δεν μου κολλούν τα ένσημα».

Και πάνω στο αποκορύφωμα του μονολόγου, το δάκρυ ρέει ράιθρου, με το παραπονεμένο τραγούδι της πίκρας και της καταφρόνιας «Ο πόνος φώλιασε βαθειά στα στήθια μου και στην καρδιά, λύγισε το κορμί μου. Για μένα δεν υπάρχει πια κουράγιο και παρηγοριά, τελείωσε η ζωή μου. Ανάμεσα στον κόσμο αυτό εγώ είμαι ένας ξένος, απ’ την αγάπη, απ’ τη ζωή, απ’ όλους ξεχασμένος, ένας διαβάτης ταπεινός και καταφρονεμένος».