Μία «ευαίσθητη» αντιπολίτευση

Η έντονη κριτική, τις περισσότερες φορές ιδιαιτέρως σκληρή, επικεντρώνεται στα πρόσωπα που κατέχουν θεσμικές θέσεις, που χαράσσουν πολιτικές, που ασκούν διοίκηση, που λαμβάνουν αποφάσεις.

Άλλωστε μία βασική λειτουργία του τύπου, πέραν της ενημέρωσης που παρέχει, είναι και ο ελεγκτικός του ρόλος έναντι της εξουσίας, παρά τις πολλές και διαφορετικές θεωρήσεις, αναλόγως των ιδεολογικών διαφοροποιήσεων, στην προσέγγιση του θέματος.

Πέραν των όσων αφορούν την κεντρική κυβέρνηση και την πολιτική εκπροσώπηση σε εθνικό επίπεδο, ανάλογης λειτουργίας είναι και οι μικρότερες αυτοδιοικητικές δομές.

Και για περαιτέρω αποσαφήνιση καλό θα είναι να διευκρινιστεί ότι Αρχή δεν νοείται μόνον η παράταξη που κατέχει την πλειοψηφία και ασκεί διοίκηση, αλλά το σύνολο των εκλεγμένων αντιπροσώπων, που μετέχουν στα όργανα λήψης αποφάσεων, όπως τα Συμβούλια.

Μέρος λοιπόν της Αρχής και η αντιπολίτευση, σύμφωνα με τον Συνταγματικό προσδιορισμό, στο πλαίσιο της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, με τον ρόλο της προσδιορισμένο από τα στοιχεία που καθορίζουν ένα δημοκρατικό πολίτευμα.

Μία αντιπολίτευση που οφείλει να ελέγχει τους διοικούντες, να τους θέτει ερωτήματα, με την υποχρεωτικότητα απαντήσεων από την πλευρά τους, να επισημαίνει και να προβάλλει τα λάθη, να καταθέτει συγκεκριμένες προτάσεις που θα οδηγήσουν στο βέλτιστο αποτέλεσμα.

Μία αντιπολίτευση που έρχεται να επιτελέσει ένα πιο εξελιγμένο έργο σε σχέση με αυτό των μέσων ενημέρωσης, προάγοντας τον ελεγκτικό ρόλο σε θεσμικό πλέον επίπεδο και ασκώντας καίρια και ουσιαστική κριτική.

Ασχέτως εάν η τήρηση αυτής της πολιτικής στάσης αποτελεί μία ουτοπία για την ελληνική πραγματικότητα, τουλάχιστον στον μικρόκοσμο της αυτοδιοίκησης αναμένεται μία επί της ουσίας αντιπολιτευτική παρουσία, χωρίς προπαγανδιστικές εξάρσεις, αλλά με κύριο στοιχείο την επίδειξη ιδιαίτερης κοινωνικής ευαισθησίας έναντι αιρετών που με θέσεις και απόψεις αμαυρώνουν συνολικά το θεσμικό όργανο στο οποίο μετέχουν.

Ειδικά σε θέματα που άπτονται ευαίσθητων κοινωνικών διακρίσεων, και ρατσιστικών εξάρσεων, οι λαλίστατοι κατά τα άλλα αντιπολιτευόμενοι, που μόλις στο πρόσφατο παρελθόν διερρήγνυαν τα ιμάτια τους υπερασπιζόμενοι αιρετούς άλλων περιοχών, που έπεσαν θύματα ρατσιστικών συμπεριφορών και τραμπουκισμών, τώρα προτίμησαν να τηρήσουν σιγή ιχθύος.

Μήπως η ρατσιστική ρητορική γι΄ αυτούς είναι κατακριτέα μόνο όταν στρέφεται εναντίον αιρετών, ενώ αντιθέτως όταν προέρχεται από αιρετούς γίνεται αποδεκτή;

Στο όνομα ποιάς πολιτικής ευαισθησίας ή ποιών πολιτικών ισορροπιών, υπήρξε απόλυτη αποδοχή, όπως φάνηκε από την πλήρη αφωνία που επιδείχθηκε εκ μέρους της δημοτικής αντιπολίτευσης, των ακραίων φοβικών συνδρόμων που εκδηλώθηκαν από αιρετό;  

Ένας αιρετός που παύθηκε από υπεύθυνος των αρμοδιοτήτων που του είχαν ανατεθεί, ακριβώς για αυτές του τις θέσεις, βρήκε απρόσμενους «συμμάχους» τις αντιπολιτευόμενες παρατάξεις.

Πόσο αστείο αλλά συνάμα και πόσο λυπηρό να περιορίζεται ο δημόσιος λόγος της αντιπολίτευσης σε εύκολες «αποστάσεις», περιορίζοντας προσχηματικά τις τοποθετήσεις της στο στενό πλαίσιο των ενδοπαραταξιακών διαφορών, που χρησιμοποιήθηκε ως άλλοθι στη βουβαμάρα έναντι της στοχοποίησης ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων;

Καμία απολύτως σχέση δεν υπάρχει μεταξύ της απόφασης για παύση του συγκεκριμένου αιρετού από τα καθήκοντα του με το γεγονός της δημόσιας φοβικής ρητορικής του, όμως η ανάμειξη των δύο τελείως διαφορετικών θεμάτων αποδείχθηκε πολύ βολική πρακτική για τους «ευαισθητούληδες» της αντιπολίτευσης!

Τόσο «ευαίσθητοι» που προτίμησαν να κλάψουν για όλα αυτά κρυφά στο μαξιλάρι τους τη νύχτα, μήπως και πείσουν τον εαυτό τους για τα δικά τους αλληλέγγυα αισθήματα!