Κόσμο ακούω και κόσμο δεν βλέπω

Κόσμο ακούω και κόσμο δεν βλέπω. Λίστες υποψηφίων μου υποσχέθηκαν και λίστες του σούπερ μάρκετ διαβάζω. Γάλα, ζάχαρη, καφέ και μακαρόνια. Τα καθαριστικά είναι ακριβά. Άστα για τον άλλον μήνα. Κι αν πάλι δεν έχουμε, θα τρίψουμε τη μάκα με το σάλιο ή με ό,τι μας απέμεινε από αυτή τη θητεία. Το σάλιο, είναι όπως το λάδι. Κάποια στιγμή θα σου σωθεί και το μόνο που θα παράγεις πια είναι δηλητήριο. «Δε μου γράφετε καλά λόγια; Θα σας δείξω εγώ, θα δείτε τι θα πάθετε». Δείξε μας το καλό σου, να σου πούμε ποιος είσαι. Γιατί αν μας δείχνεις μόνο τα στραβά και ανάποδά σου, πώς εμείς θα τα φέρουμε τούμπα; Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ισχύει το «δεν υπάρχει δε μπορώ, υπάρχει δε θέλω», αλλά το «τι πρέπει, τι δεν πρέπει, στιγμή δε σκέφτηκα». Και προπαντός δε σκέφτηκα να ρωτήσω εσένα. Ξέρω και μόνος μου ποιο είναι το σωστό. Αν επιθυμούσα να βάψω το μαύρο… άσπρο, θα ανάσταινα τον Πικάσο, δεν θα ζητούσα συμβουλές απ’ τον «Θαχάσω». 

Κόσμο ακούω και κόσμο δεν βλέπω. Τετρασέλιδα με ονόματα μου υποσχέθηκαν και προσκλητήρια γάμου διαβάζω. Το Μάιο αποχωρίζεται ο Δήμος απ’ την κόρη. Αντί για δώρο, καταθέστε την ψήφο σας στον οργανισμό «Το Χαμόγελο του Αυτοδιοικητικού». Οι μελλόνυμφοι, η οικογένεια, οι λοιποί συγγενείς και οι τρεις-τέσσερις κουμπάροι. Άλλοι ανυπομονούν να πατήσουν μια φορά το πόδι του γαμπρού κι άλλοι μας ξενυχιάζουν non-stop τα τελευταία 4,5 χρόνια. Τεσσερισήμισι πήγε, σου ‘παν πάλι φύγε, φύγε από το μαγαζί, αλλά άστο όπως το βρήκες. Τα γαρύφαλλα, τα ‘χω μετρημένα. Αν μου λείπει κανένα πανέρι, θα ‘ρθω στον κήπο σου να ψάξω. Τα κουφέτα ψήνονται, το ίδιο και ο ελληνικός με τα παξιμάδια. Οι ανθοδέσμες ετοιμάζονται, το ίδιο και τα στεφάνια. Οι γάμοι αναγγέλλονται στις εφημερίδες, το ίδιο και οι κηδείες. Μια ζωή φεύγει, μια νέα έρχεται. Γιατί, υπάρχει ζωή και μετά από σένα. Μέχρι η καρδιά σου να σταματήσει να χτυπά, θα ασχολούμαστε με το κώμα σου. Αλλά ξέχασα, εσύ δεν είσαι σε κώμα, δηλώνεις ανεξάρτητος.

Κόσμο ακούω και κόσμο δεν βλέπω. Πολλά κεράσια μου υπόσχονται και μικρό καλάθι κρατάω. Πλούσιο γεύμα σου τάζουν, μόνο το κουβέρ σου σερβίρουν. Κι ο πεινασμένος, Καρβέλα ονειρεύεται… «Καλύτερα κακός παρά ηλίθιος, κανόνας είναι στην ζωή. Καλύτερα κακός παρά ηλίθιος, όλοι οι καλοί πεθαίνουνε νωρίς». Ο νηστικός πρώτος τον λίθο βαλέτω. Το ίδιο και αυτός που κακόφαγε σε προηγούμενο σουαρέ σου. Σου αρέ – δε σου αρέ, τα πόδια μου εγώ δεν ξανατρώω, ούτε το λεμονάτο που σου περίσσεψε χθες και σήμερα το έκανες κοκκινιστό στην κατσαρόλα για τα μακαρόνια. Δεν θέλω ξαναζεσταμένο φαγητό. Προτιμώ να παραγγείλω απ’ έξω. Όχι απαραίτητα κάτι υγιεινό, από αυτά που συστήνουν οι… γιατροί, αλλά ό,τι μου κάνει όρεξη. Κουμάντο στο στομάχι μου… δεν θα κάνεις. Επειδή εσύ δεν ξέρεις να μαγειρεύεις, δεν θα ράψω εγώ το στόμα μου. Και θα φάω ξανά και θα επαναλάβω ότι η σπεσιαλιτέ σου είναι οι πατάτες μπλουμ. Αυτές έχουμε κάθε μέρα στο τραπέζι μας, αυτές και θα αξιολογώ μέχρι να εκτοξευτεί το σάκχαρό μου από την υπερβολική κατανάλωση αμύλου ή μέχρι να έρθει να σου πάρει τις κουτάλες ο Κοντιζάς.

Κόσμο ακούω και κόσμο δεν βλέπω. Πολλοί μνηστήρες περνούν κάτω από το μπαλκόνι και καμία στάμνα δεν προσγειώνεται στα πόδια τους. Πώς ζητάς, κύριε, την κόρη του ξένου κοσμάκη, χωρίς να γνωρίζουμε τίποτα για το δικό σου σόι; Έχεις ή φύτρωσες; Κι αν έχεις γιατί μας το κρατάς κρυφό; Εκτός κι αν βρίσκεται σε εξέλιξη το κάστινγκ. «Εσύ θα κάνεις τη μάνα μου, εσύ την τριτοξαδέλφη κι εσύ τον μπάρμπα απ’ την Κορώνη». Αναζητούνται βοηθητικοί ηθοποιοί για να υποδυθούν τους συγγενείς. Βγοδώνετε, πρέπει να ραφτείτε. Αλί, αλί και τρισαλί, μου πρήζεται η αμυγδαλή. Μες το ψηφοδέλτιο είναι μοναχή, άνθρωπο δεν έχει να λογομαχεί. Οι πίτες μπαγιάτεψαν και οι άνθρωποι επέστρεψαν στα σουβλάκια. Επανεμφάνιση θα κάνουν τώρα το Καρναβάλι. Εκεί μπορεί να βρεις υλικό και τη μάσκα που σου ταιριάζει. Δεν είναι εύκολο να ψαρέψεις υποψηφίους. Είναι όμως εύκολο να γράψεις τη λίστα με τα ψώνια. Λουκανικάκι μην ξεχάσεις, να το βράσουμε μαζί με τις πατάτες.