Τιμώρησέ με, σε συγχωρώ

Μετά από σένα το χάος. Μετά από σένα, το τίποτα. Μετά από σένα, εμείς δεν αναπνέουμε και είναι όλα ασήμαντα.

Σε ευχαριστούμε μέγα, τεράστιε Ηγέτη, που μας αφήνεις να σηκώνουμε τη ματιά μας επάνω στο Ηγετικό ανάστημά σου, δια ζώσης.

Μεγάλε, σοφέ μπροστάρη, σε ευχαριστούμε, που υπάρχεις αρχικά, αλλά και που καταδέχτηκες να Διοικήσεις τον ταπεινό μας τόπο. Τους ταπεινούς και απλούς ανθρώπους της καθημερινότητας, τους μέτριους, μην πω τους κατωτάτου. Η ταπεινότητά μας σε ευγνωμονεί αιωνίως.

Εσένα, που μας έβγαλες από τα αδιέξοδα, που μας ανύψωσες, που μας έβαλες στο χάρτη, που χωρίς εσένα, δεν θα μας ήξερε κανείς.

Εσένα, που μας έκανες τόπο επενδύσεων και ανάπτυξης, που χωρίς εσένα, οι επιχειρηματίες, οι επενδυτές, οι πάμπλουτοι, δεν θα έμπαιναν καν στον κόπο να πατήσουν τους άνυδρους βράχους του τόπου και να σκονίσουν τα πανάκριβα Tom Ford τους και έτσι εμείς θα παραμέναμε αγροτοτσομπάνηδες, να σεργιανάμε τους χωματόδρομους με μουλαρογάιδουρα με βρόμικες τραγιάσκες και προβιές, φωνάζοντας “Μπρρρρρρρρρ”.

Εσένα, τεχνοκράτη, εντρεπρενερσιπ και μπίζνες και τούρισμ μάνατζμεντ έξπερτ, που χωρίς εσένα δεν θα μας ήξεραν ούτε οι Ευρώπες, ούτε οι Αμερικές, ούτε οι Ασίες, που ο χάρτης δεν θα χαλνούσε για μας μελάνι, θα είχαμε γίνει ένα με τη θάλασσα, που μας περιβάλλει, που δεν θα είχαμε ούτε ταχυδρομικό κώδικα, αφού δεν θα ήξερε κανείς πού είμαστε ή ποιοι είμαστε, για να μας ψάξει.

Εσένα μεγάλη διάνοια της οικονομικής επιστήμης, που μας έκανες ανθρώπους, που μας έβαλες στο σωστό το δρόμο, που μας έφτιαξες σωστούς δρόμους, που με σένα είδαμε το φως το αληθινό (και οικονομικό, τύπου LED), που μας έφτιαξες σκολειά, για τα παιδιά μας, που μας που μας έκανες έργα αμέτρητα, εσύ ο ίδιος, με δική σου πρωτοβουλία και με τη μεγαλοκαρδοσύνη, που σε διακατέχει, για μας τα ανθρωπάκια, για να δούμε κι εμείς Θεού πρόσωπο.

Εσένα μεγάλε ευεργέτη του πολιτισμού και του αθλητισμού, που χωρίς εσένα, θα παίζαμε ακόμη τόπι στις αλάνες, με μπάλες ραμμένες από κάλτσες και κουρέλια, θα είχαμε φάει τα αρχαία μας στα ουφάδικα και σε γαριδάκια και η μεγαλύτερη μορφή τέχνης, θα ήταν το πολύ κανένας Καραγκιόζης στις πλατείες των χωριών.

Εσένα, ακριβοθώρητε γκόβερνορ, που δεν θέλεις να μας κακομάθεις με επισκέψεις, μη σε πάρουμε για δεδομένο και μετά δεν σε εκτιμάμε, όπως σου πρέπει, όπως σου αξίζει και όπως οφείλουμε, μία τέτοια Ηγετική φυσιογνωμία.

Σε ευγνωμονούμε, που καταδέχτηκες να πατήσεις τη φτέρνα σου στη χερσαία ζώνη του λιμένα, που χωρίς εσένα θα ήταν ένας ξύλινος μόλος με πασσάλους για δέστρες και μέσα θα έμπαιναν μόνο (σέιβ)καΐκια και βαρκάκια με κουπιά.

Είμαστε για πάντα υπόχρεοι, που μας έβγαλες από τη μιζέρια και έκανες τα πάντα (τι άραγε; κανείς δεν έμαθε ποτέ, τόσο σεμνός και μετριόφρων είσαι), για να κρατήσουμε τα μεροκάματά μας, για να ατενίζουμε το μέλλον με αισιοδοξία και το τραπέζι μας με καμιά ελιά, καμιά ντομάτα και χτεσινό ψωμάκι.

Σε ευχαριστούμε, μεγάλε Ηγέτη και σε εκλιπαρούμε να συγχωρήσεις τα ελαττώματά μας, τις ατέλειες και την αγένειά μας, που δεν ερχόμαστε εμείς, μαζί με τα παιδιά μας, τα σπίτια μας, τις δουλειές μας και τα μεταφορικά μας εκεί που είσαι εσύ και έτσι αναγκάζεσαι και μετακινείσαι.

Τιμώρησέ μας, επειδή είχαμε το θράσος να επιλέξουμε εκπροσώπους, που δεν σου ταιριάζουν, που δεν κάνουν τα πάντα για να σε αναδείξουν, που στέκονται σκιές στον προβολέα που είναι η παρουσία σου. Μας αξίζει. Είμαστε ασυγχώρητοι και απαρηγόρητοι για αυτό.

Συγχώρησέ μας, εμάς τους τιποτένιους, που μας έβαλαν ίσα κι όμοια, με εσάς τους Μεγαλειώδεις. Συγχώρησέ μας, που σου γινόμαστε βάρος, αλλά μόνο εσένα έχουμε να μας κρατάς στην επιφάνεια. Μόνο εσένα εμπιστευόμαστε με τα λεφτά μας και τις τύχες μας, μεγάλε Ηγέτη.

Συγχώρησέ μας, τιμώρησέ μας, σε ευχαριστούμε.