Και με τη νίκη

Τρέμεις, ναι πώς τρέμεις… και δεν ξέρεις πού πας, το κεφάλι χτυπάς. Φέρνεις κόσμο και σέρνεις και νομίζεις μ’ αυτούς μακριά πως θα πας. Θα ‘ρθει η μέρα που θα κλαις για τα σταυρουδάκια και στο χέρι θα κρατήσεις τα παπουτσάκια. Τρέμεις, ναι πώς τρέμεις…

Και πώς να μην τρέμεις; Κρύος ιδρώτας σ’ έχει λούσει. Ένα ραπανάκι φυτεύεις εσύ, πέντε ξεπετάγονται από το αντίπαλο χωράφι. Τις ντομάτες της ζωής σου κάθισες να τις μετρήσεις, τις μεγάλες και τις άλλες, κάνα δυο πιο ζουμερές. Όσες είναι για σαλάτα κι όσες χύνονται στα πιάτα, τους πελτέδες και τις κέτσαπ, τις πολύ πιο γλιστερές. Και σου βγαίνουν μαραμένες ή σου βγαίνουνε στεγνές, κάμπιες πάνω μαγκωμένες, σου σαπίζουν τις σοδειές. Και σου βγαίνουν χαλασμένες ή σου βγαίνουνε ξερές, μέτρησε τις πεταμένες, είναι όλες βλαβερές.

Πρόσεχε όμως πού τις πετάς, γιατί υπάρχει ο φόβος να τις βρει ο κόσμος και να σε πάρει στο κατόπι. Το θέμα δεν είναι να υπερτερείς στην ποσότητα, αλλά στην ποιότητα. Αν το περιεχόμενο δεν είναι το ίδιο καλό με τη βιτρίνα που μοστράρεις, κλάψε, κλάψε, κλάψε κι εσύ, ήρθε η σειρά σου, πάρε, πάρε, πάρε κι εσύ το μάθημά σου, κλάψε, κλάψε, κλάψε κι εσύ, τις ψήφους θα μετρώ και δε φεύγω αν δε χύσεις τα δάκρυα που έχυσα εγώ.

Και μόλις είδες το στρατό του απέναντι, έβαλες το δικό σου λόχο να πιάσει τα «όπλα» του και να πυροβολεί στον αέρα. «Σταυρώστε μας, σταυρώστε μας». Βάζω το σταυρό, βάζετε τις πρόκες;». Όλοι κολλημένοι πάνω στην οθόνη του υπολογιστή, καρτερώντας φωτογραφίες και στοιχεία υποψηφίων. Απόψε θέλεις αποδείξεις και ονόματα και την παράταξη θα ψάξεις πόντο, πόντο. Κι όταν αρχίσουν να μαζεύονται τα πτώματα, τότε στο ήθος σου θα κάνεις κι άλλο σκόντο.

Διότι η μόνη σου έγνοια είναι να βγεις από τα δεξιά. Όλος ο δρόμος δικός σου (λέμε τώρα) κι εσύ θέλεις να πέφτεις πάνω στον άλλον, για να τον κατηγορείς ότι εκείνος μπήκε στη δική σου κατεύθυνση. Ο δρόμος έχει τη δική του ιστορία, λάθος νομίζεις πως την έγραψες εσύ, κλειδιά ν’ αφήσεις τέρμα πια η αρχηγία, πάρτο απόφαση και κλείσε το πισί. Γιατί εδώ που τα λέμε, χωρίς wi-fi, το νησί δεν ξέρεις να το διοικήσεις. Αλλά και ο επόμενος που θα σερφάρει μετά από σένα -λιγότερο, ευχόμεθα- μοιραία θα επισκεφτεί τις ίδιες σελίδες. Ορισμένα έργα και υποδομές είναι σαν το ψωμί. Όλοι αγοράζουν κάθε πρωί. Δεν θα τη βγάζουμε με παντεσπάνι επειδή ο διπλανός μας μπορεί να πει ότι τον αντιγράφουμε, παίρνοντας πολύσπορο. Δικαίωμα στο πολύσπορο έχουν όλοι και περισσότερο εκείνοι που ξέρουν να μοιράζουν ισομερώς τις φέτες. Όχι δέκα γι’ αυτούς και τη γωνίτσα για τους άλλους. Τι κι αν σε πήρα σοβαρά, εσύ θολώνεις τα νερά, μυαλό δε βάζεις στο ‘χω πει, το ίδιο παίζεις το βιολί. Τόσο σανό πού το πας; Μην το σκορπάς, μην το σκορπάς.

Και δε μας έφτανε ο συνωστισμός μαϊντανών σε εκδηλώσεις γνωστές και ανοιχτές στο κοινό. Τώρα, γίνεται επέλαση κηπευτικών και σε events κλειστού τύπου, στα οποία δεν έχει προσκληθεί ούτε ο Τύπος, ούτε κανείς. Παρόλα αυτά, στρατιές ψηφοθηρών παρελαύνουν ακάλεστοι και σε πιάνουν με το χταπόδι στο στόμα. Θα κάνω ντου βρε πρόεδρε στα στέκια που αράζεις κι αν δε σου μείνει ταραμάς, λίγη λαγάνα και για μας, να ξέρεις δεν τη βγάζεις. Θα τη βγάλω μόνος μου τη selfie . Και δε θα βγάλω μία, αλλά πολλές για να δουν όλοι ότι εγώ και οι συνεργάτες μου στηρίζουμε τις γειτονιές και είμαστε εδώ, στις χαρές τους. Τσάμπα φαγοπότι θα το έλεγα εγώ, γιατί οι άνθρωποι είχαν μετρημένα τα σερβίτσια για τα μέλη τους. Δεν περιμέναν ότι κάποιοι θα μυρίσουν γαρίδες στα κάρβουνα και θα μπουν. Και δεν αναφέρομαι στις φιέστες που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα, αλλά στα εξτραδάκια, που τα πήρε κάποιος χαμπάρι και έριξε σύρμα. Συν ότι κάποιοι εξ΄ αυτών ήταν καλά οργανωμένοι. Σου λένε «γιατί να κάνω τον φωτογράφο; Θα φέρω έναν δικό μου δημοσιογράφο να μας τραβά αυτός». Μια χαρά όλα, μια παράκληση μόνο. Πριν κουβαλήσετε κάποιον μαζί σας, ενημερώστε τον πού πηγαίνει και ποιους θα συναντήσει, για να γράφει τουλάχιστον σωστά το όνομα του προέδρου. Και του χρόνου!