Θέλω να τρομάξω μα δεν γίνεται

Με όσο καλή διάθεση και να θελήσεις να σταθείς απέναντι σε κάποιους ανθρώπους, με όσο θετικό πνεύμα και να τους αντιμετωπίσεις, άμα η φτιάξη τους είναι σκάρτη, πάντοτε θα προδίδονται από τον κακό τους εαυτό.

Όταν πρόκειται για ανθρώπους που μετέχουν στα κοινά και ως αιρετοί φέρουν την ευθύνη εκπροσώπησης των τοπικών κοινωνιών, είναι συχνή και επιβεβλημένη η αντιμετώπιση τους με μία κριτική ματιά, καθώς μετέχουν στα διοικητικά όργανα.

Όμως για κάποιους χαρακτήρες, ιδιαιτέρως «θολούς», αποτελεί «κόκκινο πανί» ο έλεγχος της συμπεριφοράς και των πράξεων τους, που αφορούν στον αυτοδιοικητικό τους ρόλο και η άσκηση κριτικής στις ενέργειες και τη στάση τους απέναντι σε θέματα που καλούνται να διαχειριστούν είτε με τις θέσεις που θα διατυπώσουν είτε με την ψήφο τους.

Η στοχοποίηση είναι άμεση όσων δεν τους επαινούν, όσων δεν τους χαϊδεύουν τα αυτιά, όσων τολμούν να καυτηριάσουν τα κακώς κείμενα της δημόσιας παρουσίας τους και αντιμετωπίζονται πλέον σαν απόλυτοι αντίπαλοι έως και εχθροί.

Αυτή είναι η «θαυμαστή» νοοτροπία κάποιων εκ των αυτοδιοικητικών.

Οι πρακτικές τους πλέον γνωστές και χαρακτηριστικές της δικής τους πολιτικής αλλά και προσωπικής τους ποιότητας.

Θράσος που περισσεύει, οπλίζει το δάχτυλο που σηκώνεται ξεδιάντροπα να κάνει υποδείξεις.

Στημένα κατηγορητήρια και επικοινωνιακές γκιλοτίνες για όσους απλά δεν τους εξυπηρετούν.

Πληρωμένες, με δημόσιο χρήμα, στρατιές γραφιάδων να παρουσιάζουν τα γεγονότα μέσα από παραμορφωτικούς καθρέφτες και να χρησιμοποιούν φθηνή επιχειρηματολογία περιθωριακής λογικής.

Κινήσεις εντυπωσιασμού με βερμπαλιστικό λόγο, που επιχειρεί να καλύψει την ελλειμματική τους παρουσία.

Και απέναντι σε όλα αυτά έρχεται η δική σου στιγμή να σκεφτείς ξανά και ξανά αν κάπου έπεσες έξω, αν ή κριτική ήταν πολύ σκληρή, αν δικαιούνται μίας ακόμα ευκαιρίας θετικής αντιμετώπισης.

Κι ενώ η καλή σου διάθεση αφήνει περιθώρια για τη δική σου διάψευση και για τη δική τους επιβεβαίωση, να που με την πρώτη ευκαιρία έρχονται οι ίδιοι να επιδείξουν και πάλι την ελαχιστότητα τους.

Την ώρα που αρθρώνουν δημόσιο λόγο, αποδεικνύουν πόσο συμπλεγματικοί είναι, με εμμονικές προσκολλήσεις σε μία δική τους προβληματική λογική σκευωριών, αφού το κακό που φέρουν οι ίδιοι μέσα τους δεν μπορεί, γι’ αυτούς, παρά να το έχουν όλοι.

Επιθυμούν διακαώς να γίνουν πρωταγωνιστές σε ένα έργο στο οποίο θα είναι πάντοτε κομπάρσοι και δεν έχουν τίποτε άλλο ν κάνουν από το να επαναλαμβάνουν συνεχώς τις ίδιες ατάκες του ρόλου τους.

Το αφήγημα τους πάντοτε το γνωστό και τετριμμένο παραμύθι με κακούς δράκους και τέρατα, με μάγισσες και κακούς λύκους, που όμως έπαψαν προ πολλού να τρομάζουν, γιατί η κοκκινοσκουφίτσα ενηλικιώθηκε πλέον και πονήρεψε.