Νιάου, βρε γατούλια

Που λες, φίλε μου, όλα τριγύρω αλλάζουν...

“Κάποτε ήμουνα πουλί και μ' αγαπούσανε πολλοί, κύριε Πετροχείλο μου”, φώναζε η Μήτση Κωνσταντάρα, στο ρόλο της ως “ατυχήσασα” κυρία Μαίρη, στην ταινία “Ο στρίγγλος που έγινε αρνάκι”.

Και όπως ο Λάμπρος Κωνσταντάρας ως Πλοίαρχος Πετρόχειλος, με άλλη συμπεριφορά ξεκίνησε στην αρχή της ταινίας και άλλη καταλήγει να έχει στο φινάλε της, έτσι εσύ και διάφοροι πολιτικοί... “άρχοντες”, ξεκίνησαν ως “λιοντάρια” αντιμαχόμενα για την πρωτιά, μπροστά από κορδέλες ή μπροστά από κάμερες και μικρόφωνα, ανταλλάσσοντας απειλητικούς βρυχηθμούς, που αντιλαλούσαν σε όλες τις Κυκλάδες (ίσως η ηχώ να έφτασε κατά περιπτώσεις και μέχρι τα Δωδεκάνησα), τώρα που τελειώνει η μπομπίνα, σηματοδοτώντας και το κλείσιμο της “καριέρας” τους ως “πρωταγωνιστές”, τα “λιοντάρια” γίνονται... γατάκια, των οποίων οι βρυχηθμοί, λόγω ανάγκης (και κοψίματος, θα προσέθετε κανείς), μπροστά στη σκέψη ενός μη ικανοποιητικού αποτελέσματος στην κάλπη, έγιναν γουργουριστά “μίου”, συνοδευόμενα με (αναγκαστική) ανταλλαγή φιλικών χαδιών.

Οι πάλαι ποτέ ανταγωνιστές, που δημοσίως επιχειρούσαν να “κάψουν” ο ένας τον άλλο – πάντοτε εις βάρος του νησιού και των κατοίκων του, αλλά ποιος τα λογαριάζει αυτά – με αμφότερες τις πλευρές να γαβγίζουν με λύσσα, σχετικά με ανικανότητες ή ανεπάρκειες, σήμερα καλύπτουν με σάλιο από πάνω ως κάτω τα χέρια, με τα οποία κάποτε αντάλλασσαν πολιτικά ραπίσματα και κουνούν χαρούμενα την ουρίτσα τους, οι μεν στην παρουσία των δε, φορώντας ο ένας στο λαιμό του άλλου, ασορτί λουράκια βόλτας.

...και όλα τα ίδια μένουν.

Οι συμπεριφορές αυτές, τουλάχιστον από τους... “ηγέτες”, οι οποίοι την τελευταία πενταετία, είχαν αναλάβει διοίκηση, δεν θα πρέπει να έρχονται ως έκπληξη σε κανένα νου, ο οποίος ακόμη διατηρεί τη βασική λειτουργικότητά του. Άλλωστε η εξυπηρέτηση προσωπικών συμφερόντων, προσωπικών επιδιώξεων και το διαρκές κυνήγι της προσωπικής προβολής είχαν αναχθεί σε καθεστώς über alles και από τις δύο πλευρές. Και όσο η μία πλευρά στεκόταν εμπόδιο στο δρόμο της άλλης, για την επίτευξη των παραπάνω, τόσο πιο δηλητηριώδη γίνονταν τα δαγκώματα, τόσο πιο ασφυκτικό γινόταν το σφίξιμο, γύρω από τα θέματα αρμοδιότητας, αποκόπτοντας την κυκλοφορία του χρήματος και των έργων, κάνοντας κακό σε όλο το σώμα, προκειμένου να πέσει το “κεφάλι”.

Ωστόσο, μπροστά στον άθλο, που έχουν μπροστά τους και οι δύο πλευρές, προκειμένου να καταφέρουν να διατηρήσουν τις πολυαγαπημένες αναπαυτικές διοικητικές πολυθρόνες τους, δεδομένου, ότι έχουν προκύψει ιδιαίτερα υπολογίσιμοι διεκδικητές, απέναντι και στους δύο, προτίμησαν να βάλουν στην άκρη τις πολυετείς διαφορές τους, να κουνήσουν λευκά σημαιάκια παράδοσης και να έρθουν διστακτικά κοντά, να μυρίσουν ο ένας τις προθέσεις του άλλου και τελικά να χουχουλιάσουν μαζί, δημιουργώντας μία προστατευτική στα κοινά και προσωπικά συμφέροντα αγέλη.

Ξέρεις, οι “ανίερες” συμμαχίες, καθώς και οι “κωλοτούμπες”, σε θέσεις, στάσεις και συμπεριφορές, δεν προκαλούν πλέον έκπληξη στην τοπική κοινωνία (ιδιαίτερα μετά από κάποιες πρόσφατες μεταγραφές, που έφεραν τον κλαυσιγέλωτα σε όλο το νησί), ωστόσο, καταγράφονται. Και μπορεί να έχει μία κάποια βάση, η φράση, που πολλές φορές χρησιμοποιείται off-the-record εντός των πολιτικών κύκλων, ότι “ποιος θα το θυμάται σε τρεις μήνες;”, αλλά – δυστυχώς για μερικούς – δεν υπάρχει πλέον τόσος χρόνος, ώστε οι πολίτες αυτού του τόπου, που τόσο κατάφωρα αδικήθηκαν από τον καινούριο σου “φίλο” και “σύμμαχο”, στον οποίο πρώτος εσύ έσπευδες να σταθείς απέναντι, ζητώντας να επιδείξεις τη “λεβεντιά” σου, να ξεχάσουν, ότι μπροστά στην “πρεμούρα” σου, να κρατηθείς με νύχια και με δόντια στην καρέκλα σου, άφησες κατά μέρος τους λεονταρισμούς, και υποτάχθηκες, με αντάλλαγμα να επωφεληθείς, από τα όποια εκλογικά “αποφάγια” σου πετάξει.

Για να παραφράσουμε τις επιτυχημένες ατάκες της Μίτσης Κωνσταντάρα, “Κάποτε ήμουν ντόμπερμαν σκυλί και με φοβόντουσαν πολλοί”, αλλά ένεκα οι “άτιμοι ψηφοφόροι, που άλλους τους ανεβάζουν και άλλους τους κατεβάζουν στα Τάρταρα”.

Πάρε κόσμε τώρα ένα τσιουάουα, με δωρεάν αξεσουάρ την πλουμιστή τσάντα μεταφοράς (από τη μία πολιτική θέση στην άλλη) και φυσικά, τον κώνο της ντροπής.