Της Μαίρης Ρώτα Αρχαιολόγου

Λουλούδια και Νεράιδες

Η γιορτή της άνοιξης... είναι η γιορτή της αναγέννησης της φύσης, έπειτα από το βαρύ και δύσκολο χειμώνα. Η άνοιξη, πραγματικά και συμβολικά, έχει μια πολυσήμαντη διάσταση για την παράδοση, αλλά και για τον ανθρώπινο βίο. Η άνοιξη όμως έχει δεθεί και με τα λουλούδια. Είναι η ποιητική έκφραση, αλλά και η αποθέωσή της. Παράλληλα έχει δεθεί και με λυρικά πλάσματα του Μύθου, τις Νεράιδες Λουλούδια και νεράιδες έδωσαν στη λαϊκή μας παράδοση μια άλλη διάσταση. Σ' αυτά θα σταθούμε σε τούτο το σημείωμα από τους “Ήχους και απόηχους της Λαϊκής Παράδοσης”, που αποτελούν το θησαύρισμα μίας πολύχρονης καταγραφής της ρίζας και της ταυτότητάς μας. Στον κήπο του  άρχοντα υπήρχαν τρία χρυσά τριαντάφυλλα. Το πρώτο χρυσό τριαντάφυλλο το πήρε η όρη του άρχοντα. Το δεύτερο το βασιλόπουλο. Το τρίτο, το πιο όμορφο, που έκλεινε στα πέταλά του ολάκερη την άνοιξη, το πήρε η γιαγιά, που ιστόρησε το παραμύθι. Η φωνή της γερόντισσας, καθώς ανιστορούσε στα παιδιά που είχαν μαζευτεί γύρω της το παλιό παραμύθι, ήταν ήρεμη, γλυκιά σαν το βλέμμα της που πίσω από τον χρόνο διατηρούσε ένα μακρινό φως... Τη λάμψη μιας ζωής που είχε γεμίσει από προσφορά και αγάπη... αν σ' ολόκληρο τον κόσμο η άνοιξη είναι μια γιορτή της φύσης, στον τόπο μας είναι κάτι περισσότερο: “Θα έλεγα... Μια Ανάσταση . Όταν βρεθήκαμε στον καφενέ του ορεινού χωριού, είδαμε τη γερόντισσα, που είχε φροντίσει να έχει κοντά της τα παιδιά του χωριού και φρόντιζε να τους φροντίζει ιστορικά το παραμύθι... “Δεν μας πρόσεξε, ούτε καν γύρισε το κεφάλι της να μας δει. Φορούσε μαύρα ρούχα και είχε τα κάτασπρα μαλλιά της, που έκαναν μια ζωηρή αντίθεση. Έκανε στα παιδιά βαθιά εντύπωση ο τρόπος που μιλούσε. Ακουγόταν η γλυκιά φωνή της και με ωραίο τρόπο ακουγόταν ο όμορφος λόγος... θυμήθηκε μια παροιμιακή φράση που ακούσαμε από έναν δάσκαλο που είπε: “Ρίξε ένα καλό λόγο και θα γλυκάνεις ολάκερη τη θάλασσα”.

Τελείωσε το παραμύθι με τα χρυσά τριαντάφυλλα

Μας χαιρέτησε και χαιρετίσαμε την κυρία που μας είχε ιδιαίτερα φροντίζει να γνωρίσουμε, να μάθουμε με θαυμάσιο τρόπο την υπέροχη ιστορία που τόσο θαυμάσια φρόντιζε να γνωρίζουμε. Αργότερα και καλοσυνάτα μας είπε τ' όνομά της. Χρυσούλα Πάντη, λέγοντας και ότι πολλά χρόνια πριν, ήταν δασκάλα. Πολλά παιδιά κουβέντιασαν κάμποσο μαζί της. Τους έκανε εντύπωση το καθαρό μυαλό της, η καθαρή κρίση της, η απλή, αλλά ουσιαστική σοφία της. Κάθε απόγευμα, όταν τα παιδιά τελείωναν από το σχολείο και τα μαθήματά τους, τα μάζευε στον καφενέ του γαμπρού της και τους... ξεδίπλωνε και τους πρόσφερε θαυμάσια παραμύθια. Φυσικά, το σημαντικό είναι, ότι τα περισσότερα τα έφτιαχνε εκείνη την ώρα. Από λογής διαβάσματα που είχε κάνει, από πολλά παραμύθια που είχε ακούσει στα νιάτα της, περισσότερο όμως από την καρδιά της και την φαντασία της. Όμως το σημαντικό είναι, όπως είπε, ότι έβαζε συνεχώς πολλά λουλούδια...Κι άλλοτε τα ζωντάνευε... κι ήταν αρχοντοπούλες που γινόταν τριανταφυλλιές και κρινάκια, κι άλλοτε τα μοίραζε στους καλούς των παραμυθιών που πάντα στο τέλος δικαιώνονταν. Σαν τα χρυσά τριαντάφυλλα, που το τρίτο το πιο όμορφο, το πήρε η γιαγιούλα που ιστόρησε το παραμύθι. Κι ήταν σίγουρα μι ευλογία Θεού αυτή η συνάντηση.

Ένα άλλο λαογραφικό στοιχείο

Είναι δεμένο αυτό το στοιχείο με τη λαϊκή μας παράδοση... είναι οι Νεράιδες ή “Ανεραίδες”.Ας χαρούμε απ' τις σελίδες που στάθηκαν καρπός πολύχρονης έρευνας και αναζήτησης “Η πρώτη γυναίκα στον κόσμο που έγινε νεράιδα ήταν η Κάλιω. Ήταν όμορφη πολύ και νοικοκυρά! Είχε ακούσει από τη γιαγιά της πως υπήρχε τ' αθάνατο νερό, που όποιος το πιεί, ποτέ δεν πεθαίνει. Την ώρα που άνοιγαν οι βράχοι η Κάλιω πέταξε σαν το πουλί και βγήκε έξω. Είχε εξασφαλίσει πια την αθανασία. Χαρούμενη τώρα, η Κάλιω έβλεπε πιο όμορφα τα πράγματα του κόσμου. Ήμερα τα βουνά, γελαστός ο κάμπος, ήσυχα τα ποτάμια. Τα κελαηδήματα των πουλιών της φαίνονταν πιο γλυκά και τα λουλούδια με το παιχνίδισμα του ανέμου αποχτούσαν ζωηρότητα. Ο αμάραντος φυτρώνει στους βράχους, εκεί που ούτε άνθρωπος, ούτε ζώο μπορεί να πατήσει. Η Κάλιω πέταξε ψηλά στους βράχους, όπου φυτρώνει τ' αγνό το ταπεινό χορτάρι. Χαρακτηριστικό είναι το ωραίο δημοτικό τραγούδι:

“Για ιδείτε τον αμάραντο

σε τι γκρεμό φυτρώνει!

Το τρών τ' αλάφια και ψοφούν,

Τ 'αρκούδια και μερώνουν

να το 'τρωγε κι η μάνα της να μη

με ΄μη εμένα!

Που χάθηκε στην ξενιτιά στα έρημα τα ξένα!”

Ύστερα η Κάλιω κάλεσε τον αετό και τον κόρακα, τους πότισε τ' αθάνατο νερό και τους έκαμε κι αυτούς αθάνατους. Έγιναν νεράιδες”

Έτσι μπορεί να είναι αυτό το παλιό παραμύθι... Λοιπόν, λουλούδια, Άνοιξη, Νεράιδες Στοιχεία ποιητικά της λαϊκής μας παράδοσης που της δίνουν μιαν άλλη διάσταση. Μίαν άλλη ομορφιά. Όμως η λαϊκή παράδοση είναι πάντα (και πρέπει να παραμείνει) η αστείρευτη: (βρυσομάνα) του εθνικού μας βίου. Το Αθάνατο Νερό του Ελληνισμού.