Οι δανειστές θα αποφασίζουν – οι κυβερνήσεις θα εκτελούν

Τροϊκανή διακυβέρνηση

Έντυπη Έκδοση
Διαφήμιση

Το νέο δανειοδοτικό πακέτο αναμένει η Ελλάδα το οποίο θα καλύψει τα οικονομικά κενά της επόμενης διετίας, με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο από τη μία να επιμένει στη μη βιωσιμότητα του Ελληνικού χρέους και τους τεχνοκράτες της τρόικας από την άλλη να προσπαθούν να περάσουν με κάθε τρόπο τον πλούτο της χώρας στα χέρια των δανειστών και να αποδυναμώσουν την δυνατότητα της κυβέρνησης στη λήψη αποφάσεων εν όψει του νέου μνημονίου που θα κληθεί να υπογράψει.

Το σχέδιο που επεξεργάζεται η τρόικα και προτίθεται να επιβάλλει στην ελληνική κυβέρνηση, αφορά στη λήψη μέτρων που πλέον θα αποφασίζονται εξ ολοκλήρου από τους δανειστές, με τα κυβερνητικά στελέχη να επωμίζονται τον εφαρμοστικό ρόλο.

Αυτή είναι η βασική προϋπόθεση για την εκταμίευση των 14 δις ευρώ της περιόδου 2014-2016, ώστε να τύχουν εφαρμογής οι μνημονιακές δεσμεύσεις, καθώς μέχρι σήμερα οι κυβερνητικοί χειρισμοί δεν έφεραν τα αναμενόμενα αποτελέσματα σε ότι αφορά στις αποκρατικοποιήσεις, την εκμετάλλευση της δημόσιας περιουσίας, τη μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων, την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, την απλοποίηση των διαδικασιών προς ικανοποίηση των επενδυτών και το φορολογικό και ασφαλιστικό σύστημα.

Τα ηνία στα χέρια των δανειστών

Επιχειρείται η δημιουργία μιας κυβέρνησης ανδρείκελων, που απλά και μόνο θα εξυπηρετεί και θα εφαρμόζει τις επιδιώξεις και τις προσταγές των εταίρων, οι οποίοι προτίθενται να ετοιμάζουν και σχέδια νόμου επιζητώντας από τις κυβερνητικές πλειοψηφίες την ψήφιση τους.

Εκ μέρους των δανειστών υιοθετείται αυτή η τακτική, υποδηλώνοντας την ανικανότητα των ελληνικών κυβερνήσεων να συγκρουστούν με τα εγχώρια συμφέρονται και να λάβουν αποφάσεις που θα επιφέρουν τα αποτελέσματα που περιλαμβάνονται στα προαπαιτούμενα, όπως αυτά καθορίστηκαν από τα ήδη υπογεγραμμένα μνημόνια.

Προς αυτή την κατεύθυνση άλλωστε κινείται και το σχέδιο για δημιουργία οργανισμού στο εξωτερικό, στον οποίο θα περάσει από το ΤΑΙΠΕΔ η διαχείριση της δημόσιας περιουσίας και θα εδρεύει στο Λουξεμβούργο.

Εκεί προτίθενται οι Ευρωπαίοι να θέσουν την έδρα της υπό δημιουργία τράπεζας που θα αναλάβει την διαδικασία οικονομικής στήριξης των επενδυτικών προτάσεων, πέραν από κρατικές δεσμεύσεις και επιχειρηματικά συμφέροντα, που καθιστούν αναποτελεσματικά τα μνημονιακά προγράμματα.

Με τον τρόπο αυτό, ευελπιστούν οι ευρωπαίοι εταίροι ότι θα υπάρξει ανάκαμψη της μέχρι σήμερα παρατηρούμενης υστέρησης των δημοσιονομικών και θα καμφθούν οι ενστάσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου σχετικά με τη βιωσιμότητα του ελληνικού δημόσιου χρέους.

Διαφήμιση

Παράλληλα υποβόσκει η απειλή για την εξασφάλιση της παραμονής της χώρας στο ευρώ με την εφαρμογή αυτών των τακτικών, ενώ προτάσσεται και το δέλεαρ της οικονομικής ανάκαμψης, μέσω των πολυπόθητων επενδύσεων, που θα αποδώσουν υψηλότερα ποσοστά απασχόλησης, αποσιωπώντας όμως το χαμηλό ύψος των μισθολογικών καλύψεων.

Στα προεκλογικά της Γερμανίας

Το νέο δανειοδοτικό πακέτο προς την Ελλάδα αποτέλεσε θέμα και της προεκλογικής αναμέτρησης για την καγκελαρία της Γερμανίας μεταξύ της Άνγκελα Μέρκελ και του υποψήφιου των σοσιαλδημοκρατών Πέερ Στάινμπρουκ.

Για συνέχιση των μεταρρυθμίσεων στην χώρα μας, υπό δική της πίεση, μίλησε η Γερμανίδα καγκελάριος λέγοντας ότι «οφείλω να βεβαιωθώ ότι οι μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα δε θα σταματήσουν. Κανείς δεν ξέρει τι θα γίνει. Ο ρόλος μου είναι να συνεχίσω να τους πιέζω».

Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο νέου δανειοδοτικού πακέτου προς την Ελλάδα, αναφέροντας ότι «Μπορεί να υπάρξει ένα νέο πακέτο. Κανείς δεν ξέρει πόσο μεγάλο θα είναι αυτό, αυτό θα το δούμε όταν έρθει η ώρα και με βάση τις εκθέσεις της Τρόικας».

Όσον αφορά στην ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ, με πλαστά στοιχεία σημείωσε ότι

«Η χώρα είχε όχι μόνο σημαντικά οικονομικά ελλείμματα, αλλά και ότι το σύνολο της δομής του κράτους δεν ανταποκρίνεται και στις απαιτήσεις στις οποίες πρέπει σήμερα να ανταποκρίνεται ένα μέλος της Ευρωζώνης».

Ο Πέερ Στάινμπρουκ τάχθηκε υπέρ της Ελληνικής βοήθειας, μέσω ενός δεύτερου σχεδίου Μάρσαλ, χωρίς όμως τις θανατηφόρες δόσης των προγραμμάτων δημοσιονομικής εξυγίανσης, αλλά με αναπτυξιακά μέτρα για την αντιμετώπιση της ανεργίας.

Στοχοποιώντας την πολιτική που ακολούθησε σε σχέση με τη χώρα μας η πολιτική του αντίπαλος ανέφερε ότι «Η δήλωση ότι θα χρειαστεί τρίτο πακέτο αποτελεί ομολογία ότι η στρατηγική για την κρίση, που στηρίχθηκε ιδιαίτερα από Γερμανία, απέτυχε. Αυτό που λείπει είναι ένα πρόγραμμα ανοικοδόμησης, κίνητρα για ανάπτυξη και η αντιμετώπιση της ανεργίας, ιδιαίτερα των νέων». Συμπληρώνοντας πως «Δεν πρέπει μόνο να κραδαίνουμε το ρόπαλο της εξυγίανσης. Πρέπει να βοηθήσουμε την Ελλάδα ώστε να αποκτήσουν και πάλι δύναμη τα φτερά της. Όχι μόνο προγράμματα εξυγίανσης».