Δεν έπεισαν οι πολιτικοί αρχηγοί στην τηλεοπτική τους αναμέτρηση

Η αποτυχία της τηλεμαχίας

Έντυπη Έκδοση

Άνευρο, αδιάφορο, υποτονικό και με απουσία καίριου και επί της ουσίας πολιτικού λόγου, από το σύνολο των πολιτικών αρχηγών, ήταν τα χαρακτηριστικά της τηλεοπτικής τους αναμέτρησης, η οποία συνοψίζεται στη λέξη αποτυχία.

Τα στεγανά της τρίωρης διαδικασίας του debate, με την ασφυκτική χρονομέτρηση των ερωταπαντήσεων, κράτησαν τους επτά πολιτικούς αρχηγούς εγκλωβισμένους στους περιορισμένης διάρκειας μονολόγους τους, προκαλώντας τη δυσαρέσκεια των θεατών και κατ’ επέκταση των ψηφοφόρων, που δεν πήραν απαντήσεις επί βασικών ζητημάτων που βαραίνουν τη χώρα.

Με στερεότυπες απαντήσεις, οι επικεφαλής των κομμάτων εμφανίστηκαν αρκετά αμήχανοι, τουλάχιστον στην αρχή, υπό τον φόβο να μυν υποπέσουν σε λάθη, γεγονός που προκάλεσε ακόμα και εκνευρισμό, χωρίς να μπορέσουν τελικά να ανταποκριθούν στις προσδοκίες του κοινού για ουσιαστική πολιτική αντιπαράθεση.

Μόνο λίγο πριν το τέλος υπήρξε μία περιορισμένη ένταση, όταν έγινε αναφορά από τον Αλ. Τσίπρα στο νομοσχέδιο για τις τηλεοπτικές άδειες και κατά τη στιγμή που ο Π. Καμμένος κατήγγειλε την εμπλοκή του Β. Μεϊμαράκη στην υπόθεση των υποβρυχίων.

Διακομματική ευθύνη

Η βραδιά του debate «στήθηκε» εξ ολοκλήρου, ακόμα και σκηνοθετικά, από τους εκπροσώπους των κομμάτων, καθώς η Διακομματική Επιτροπή ήταν αυτή που έθεσε τους κανόνες διεξαγωγής του.

Η κοινή απόφαση των κομμάτων αφορούσε στο σύνολο της διαδικασίας, τις θεματικές ενότητες, τον αριθμό των ερωτήσεων και των αντίστοιχων απαντήσεων, του χρόνου διάρκειας τους, τους μονολόγους, ακόμα και τα πλάνα της κάμερας μόνο στον ομιλούντα αρχηγό.

Κανόνες που λειτούργησαν αποτρεπτικά στην δημιουργία ενδιαφέροντος και απέκλεισαν κάθε διάλογο μεταξύ των αρχηγών, με το αυστηρό πλαίσιο που τέθηκε να μην επιτρέπει την αντιπαράθεση επί των θέσεων των κομμάτων για τα μεγάλα θέματα.

Άνευ ουσίας και η πληθώρα των δημοσιογράφων, μόνο και μόνο για να εξυπηρετηθεί το «παιχνίδι» των καναλιών, που μέσω της συμμετοχής των εκπροσώπων τους δημοσιογράφων θέλησαν να επικαιροποιήσουν την τηλεοπτική τους ισχύ.

Απούσα η ποιότητα τόσο στον πολιτικό λόγο που άρθρωσαν οι αρχηγοί των κομμάτων όσο και στο «στήσιμο» της τηλεμαχίας που αποφάσισαν τα κομματικά επιτελεία, ενισχύοντας τις αρνητικές εντυπώσεις που δημιουργήθηκαν.

Την αποτυχία σχολίασαν και οι ίδιοι οι πολιτικοί αρχηγοί, όταν εξερχόμενοι του μεγάρου της ΕΡΤ, στάθηκαν στην κάκιστη διαδικασία, την οποία όμως τα επιτελεία τους συναποφάσισαν.

Οι πολιτικοί αρχηγοί

Ο Αλέξης Τσίπρας παρέμεινε στην γνωστή τηλεοπτική του εικόνα, κινούμενος μεταξύ μιας απολογιστικής διάθεσης και της υπεράσπισης της άποψης ότι αποτελεί την μόνη λύση διαχείρισης του μνημονίου.

Εμφανίστηκε αμήχανος σε κάποιες περιπτώσεις και αρκετά εκνευρισμένος σε άλλες, δείχνοντας ότι δεν του επιτρεπόταν να εκφραστεί με τον τρόπο που ήθελε, όντας υποχρεωμένος να διατηρεί συγκεκριμένη στάση και ύφος.

Διαφήμιση

Υπερασπίστηκε την επιλογή της συμφωνίας του τρίτου μνημονίου ως την μόνη λύση, ενώ επανέλαβε το προεκλογική του ρητορική για μη επιστροφή στο παλιό, με τη δυνατότητα του κόμματος του να βελτιώσει τους μνημονιακούς όρους μέσω παράλληλου προγράμματος.

Με μία αρκετά μετριοπαθή εμφάνιση, ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης προσπάθησε να αποφύγει τις «κακοτοπιές» της γνωστής πολιτικής του εικόνας, την οποία όμως κάποια στιγμή δεν άντεξε να μην υπερασπιστεί, χωρίς όμως να πείσει ότι είναι διατεθειμένος να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας.

Στις στιγμές των «δύσκολων» ερωτήσεων, επέλεγε την πρακτική της αποδόμησης του αντιπάλου του, χρεώνοντας του αναξιοπιστία, παρά το βαρύ φορτίο που φέρει του κόμμα του στα τόσα χρόνια διακυβέρνησης του, που ενίσχυσαν τους δεσμούς του με τη διαπλοκή, τις μνημονιακές πολιτικές, την οικονομική διολίσθηση της χώρας.

Τον κάθετα αντιμνημονιακό του λόγο άρθρωσε ο Παναγιώτης Λαφαζάνης, υπερασπιζόμενος την θέση του υπέρ του εθνικού νομίσματος, χωρίς όμως να μπορέσει να δώσει απάντηση για τις επιπτώσεις που θα είχε η επιλογή της ρήξης αντί της συμφωνίας κατά τη διαπραγμάτευση.

Χαρακτηριστικό σημείο των τοποθετήσεων του αποτέλεσε η πρόταση του για χρηματοδοτική στροφή της χώρας στην Ρωσία, ενώ επιχείρησε να θέσει και τις διαφορές του κόμματος του από το ΚΚΕ.

Με ελλιπείς απαντήσεις, χωρίς να εστιάζει στην ουσία του ερωτήματος, ο Σταύρος Θεοδωράκης αρκέστηκε στην εξοικείωση του με τις τηλεοπτικές κάμερες, αφήνοντας όμως ασάφειες ως προς την ιδεολογική του διαφοροποίηση σε σχέση με τα κόμματα της παλαιότερης συγκυβέρνησης.

Το μήνυμα του ήταν σαφές ως προς τον ρόλο που επιθυμεί να διαδραματίσει ως κόμμα συγκυβέρνησης, υποστηρίζοντας ότι μπορεί να θέσει «σκληρές και συγκεκριμένες προϋποθέσεις στο πρώτο κόμμα».

Με συνεχείς βολές κατά του Παναγιώτη Λαφαζάνη, κινήθηκε ο στις τοποθετήσεις του ο Δημήτρης Κουτσούμπας, υπερασπιζόμενος την σταθερότητα των απόψεων του κόμματος του.

Υποστήριξε πως η μόνη αντιμνημονιακή λύση είναι η πρόταση του ΚΚΕ, σε πλήρη διάσταση θέσεων και πολιτικών με την Λαϊκή Ενότητα, με την οποία δεν υπάρχει κανένα κοινό σημείο.

Με εμφανή την επιθετική του διάθεση, ο Πάνος Καμμένος, στράφηκε κατά του Β. Μεϊμαράκη για την υπόθεση των εξοπλιστικών και τη σχετική δικαστική του εμπλοκή, ανεβάζοντας τους τόνους της συζήτησης.

Υπερασπίστηκε την συνεργασία του με τον ΣΥΡΙΖΑ, θέτοντας ως προοπτική την αναγκαιότητα ύπαρξης του κόμματος τους και στο νέο κυβερνητικό σχήμα, ενώ στράφηκε και κατά του Σ. Θεοδωράκη, σχετικά με τις θέσεις του για θέματα εξωτερικής πολιτικής, επικεντρώνοντας στα ελληνοτουρικά και το σκοπιανό.

Την πολιτική που εφάρμοσε το ΠΑΣΟΚ στα χρόνια διακυβέρνησης του υπερασπίστηκε η Φώφη Γεννηματά, επιχειρώντας μέσω αυτού να καταδείξει τις λανθασμένες επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ.

Διατηρώντας τον γνωστό λόγο που επί χρόνια έχει υιοθετήσει το κόμμα της και υπό το βάρος της διαρκούς συρρίκνωσης του, επαναλάμβανε την ανάγκη του συμμετοχικού του ρόλου στην νέα κυβέρνηση.