Τζίρος 12,5 δισ. ευρώ στο +8,7% σε σχέση με το 2024, επενδύσεις 1,5 δισ. ευρώ από το 1 δισ. ευρώ της προηγούμενης χρονιάς και ένα σύνολο 227 χιλιάδων εργαζομένων με τις ελλείψεις πλέον να διαμορφώνονται σε χαμηλότερα επίπεδα σε σύγκριση με πέρυσι.
Αυτή είναι η εικόνα του ελληνικού ξενοδοχειακού κλάδου το 2025 όπως προκύπτει από τα στοιχεία του Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων σε αυτή τη συγκυρία, όπου η Ελλάδα συνεχίζει να δείχνει αξιοσημείωτες αντοχές στις αλλεπάλληλες γεωπολιτικές κρίσεις των τελευταίων ετών, ενισχύοντας περαιτέρω το προφίλ της ως ένας από τους πλέον ισχυρούς τουριστικούς προορισμούς διεθνώς.
«To κρίσιμο ερώτημα πλέον δεν είναι αν αλλά το πώς αναπτύσσεται ο ελληνικός τουρισμός και αν θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με το σωστό τρόπο», ανέφερε χθες η κ. Χριστίνα Τετράδη, πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του ΙΤΕΠ στο πλαίσιο της παρουσίασης των αποτελεσμάτων των ερευνών του Ινστιτούτου αναφορικά με τις επιδόσεις και την εικόνα του ξενοδοχειακού κλάδου τη δεδομένη συγκυρία.
Σε σχετική ερώτηση για την πορεία της εφετινής τουριστικές σεζόν η ίδια ανέφερε ότι «είναι ακόμη νωρίς να εκτιμήσουμε ποια θα είναι η εικόνα για το 2026. Είμαστε στη μέση του Ιουλίου, έχουμε μπροστά μας τους δύο πιο δυνατούς μήνες κι επιπλέον εφέτος έχουμε τους συνεχιζόμενους κραδασμούς από τις γεωπολιτικές εξελίξεις.
Αυτό που έχουμε δει μέχρι στιγμής και είναι ενθαρρυντικό είναι ότι το ελληνικό τουριστικό προϊόν στέκει πολύ καλά στις διεθνείς αγορές. Επιπλέον, κινούμαστε μεν με τις κρατήσεις της τελευταίας στιγμής, ωστόσο τα τελευταία χρόνια διαπιστώνουμε ως κλάδος ότι ο τρόπος με τον οποίο πλέον ζούν οι Ελληνες και συνολικά οι Ευρωπαίοι καθιστά τις διακοπές είδος …πρώτης ανάγκης και ο κόσμος έχει πραγματικά ανάγκη τα ταξίδια. Εχουμε ως χώρα ένα δυνατό, ισχυρό και σύγχρονο τουριστικό προϊόν, άρα η Ελλάδα λαμβάνεται υπόψη ως μία αγορά που μπορεί να προσφέρει ποιοτικές διακοπές και να ανταποκριθεί στις δύσκολες συγκυρίες».
Στο ερώτημα αν υπάρχει τελικά προσιτό τουριστικό προϊόν για τον Ελληνα με το δεδομένο και πρόσφατων ερευνών από τις οποίες προκύπτει ότι ένα 50% των Ελλήνων δηλώνει ότι δε θα κάνει εφέτος διακοπές λόγω υψηλών τιμών η κ. Τετράδη ανέφερε ότι υπάρχει η …αλήθεια του ίντερνετ όπου μπορεί να γίνει σύγκριση: «Το διαδίκτυο είναι ανοικτό και η χώρα προσφέρεται πραγματικά για να κάνει κανείς διακοπές σε οποιαδήποτε τιμή το θελήσει».
Τα νούμερα
Όσον αφορά την «ακτινογραφία» της ελληνικής ξενοδοχειακής αγοράς, με βάση τα στοιχεία που παρουσίασε ο καθηγητής ερευνητής κ. Γιώργος Πετράκος, επικεφαλής της επιστημονικής μονάδας του ΙΤΕΠ, η συνολική ξενοδοχειακή αγορά αυξήθηκε ήπια στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, όμως άλλαξε έντονα ως προς τη σύνθεσή της με αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος.
Σημειώνεται ότι το ΙΤΕΠ, που συνδέεται με το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο Ελλάδος, εφέτος συμπληρώνει 30 χρόνια αδιάληπτης παρουσίας στον τομέα των εξειδικευμένων ερευνών και μετρήσεων στον τουριστικό κλάδο αποτελώντας κεντρικό φορέα πρωτογενών δεδομένων και μεθοδολογικής ανέλιξής τους σε δομημένη πληροφορία.
«Ως προς την εξέλιξη του ξενοδοχειακού δυναμικού, αυτό που παρατηρείται την τελευταία δεκαετία είναι μία πολύ μικρή αύξηση σε μονάδες στο +4%, από τις 9.728 μονάδες το 2015 στις 10.118 μονάδες στο τέλος του 2025 και μία μικρή αύξηση της τάξεως του 11% σε δωμάτια, φτάνοντας συνολικά τα 450,6 χιλιάδες στο τέλος της περασμένης χρονιάς».
Εκείνο όμως που έχει σημασία, όπως ανέφερε ο ίδιος, είναι η ποιοτική αναβάθμιση, ότι δηλαδή στη διάρκεια των τελευταίων ετών τα 5άστερα έγιναν υπερδιπλάσια σε μονάδες φτάνοντας τις 869 πανελλαδικά από τις 412 το 2015, ενώ κατά 80% ενισχύθηκε ο αριθμός των δωματίων τους, με ένα σύνολο πάνω από τις 112 χιλιάδες.
Σημαντική αύξηση καταγράφεται και στην αμέσως επόμενη κατηγορία των 4 αστέρων, με αύξηση κατά 45% ως προς τον αριθμό των μονάδων στις 1.932 πλέον, ενώ οι μικρότερες κατηγορίες φαίνεται ότι υποχωρούν σε αριθμούς, με, ενδεικτικά, την κατηγορία των 2 αστέρων να έχει μειωθεί στις 3.215 μονάδες κατά 22% σε σύγκριση με μία δεκαετία πριν.
«Πρόκειται για μία σταθερή διαδικασία κάθε χρόνο που αποτυπώνει την αναβάθμιση του ξενοδοχειακού δυναμικού, η οποία περνά και στην οικονομική μεγέθυνση, ειδικά τα χρόνια μετά την πανδημία. Γι’ αυτό και όπως προκύπτει από τα νούμερα, ο συνολικός τζίρος έφτασε περυσι τα 12,5 δισ. ευρώ με άνοδο σχεδόν κατά 9% έναντι του 2024, όπου ο αντίστοιχο νούμερο ήταν στα 11,5 δις. ευρώ».
Ένα ακόμη στοιχείο που παρουσιάζει ενδιαφέρον έχει να κάνει με τη μεγάλη αύξηση των επενδύσεων από 1 δισ. ευρώ το 2024 στο 2025 στα 1,5 δισ. ευρώ, εκ των οποίων ποσοστό 20% σταθερά αφορά επενδύσεις σε βιωσιμότητα.
Μία τετραετία πριν, το 2022 οι επενδύσεις ήταν στα 621 εκατ. ευρώ. «Αρα έχουμε μία αύξηση σε στοιχεία οικονομίας αλλά και όχι μόνο: Έχουμε επενδύσεις σε δράσεις βιωσιμότητας, στο περιβάλλον, την κοινωνία και την εταιρική διακυβέρνηση. Ο κλάδος της ξενοδοχίας συνδέεται ολοένα και περισσότερο με τους τοπικούς προορισμούς και υπάρχει μια σταθερή και αυξανόμενη σχέση της οικονομίας των ξενοδοχείων με τις τοπικές κοινωνίες και την τοπική παραγωγή. Κι αυτό είναι οριζόντιο σε όλες τις κατηγορίες των ξενοδοχείων. Ενδεικτικά είναι τα ποσοστά σύμφωνα με τα οποία, ποσοστό 61% στηρίζει τοπικούς παραγωγούς -θα μπορούσε να είναι και στο …100%, αν υπήρχε μεγαλύτερη πιστοποίηση των προϊόντων- , η ενημέρωση των επισκεπτών για το περιβάλλον αυξάνεται, ενώ είναι ισχυρή η παρουσία των γυναικών στη διοίκηση και πιο πολύ στα πολυτελή ξενοδοχεία».
Όπως αναφέρθηκε χθες ως προς το κομμάτι των επενδύσεων, ένα σημαντικό ποσοστό τους αναφέρονται στις νέες τεχνολογίες και την τεχνητή νοημοσύνη: «Εδώ ωστόσο υπάρχουν δύο ταχύτητες με τις μεγάλες μονάδες να επενδύουν περισσότερο π.χ. στη διαχείριση της ενέργειας, του νερού κ.τ.λ. τομείς που θέλουν αρκετά κεφάλαια, ενώ τα μικρότερης κατηγορίας ξενοδοχεία επενδύουν σε πιο γρήγορες και λιγότερο δαπανηρές πρωτοβουλίες».
Οι εργαζόμενοι
Στο κομμάτι του προσωπικού, στην εφετινή μελέτη, σύμφωνα με το οργανόγραμμα, οι ελλείψεις ήταν περίπου 36.000 θέσεις εργασίας, νούμερο που αντιστοιχεί σε ένα ποσοστό 14% των διαθέσιμων θέσεων του οργανογράμματος. Ειδικότερα επί συνόλου 263 χιλιάδων απαιτούμενων θέσεων εργαζομένων, ο πραγματικός αριθμός εργαζομένων, οι θέσεις δηλαδή που καλύφθηκαν άγγιξαν τις 227 χιλιάδες το 2025, με το ποσοστό πλήρωσης να είναι υψηλότερο από κάθε άλλη χρονιά. «Πρόκειται επίσης για το χαμηλότερο ποσοστό της τελευταίας πενταετίας», σχολίασε ο κ. Πετράκος.
«Ως προς τη συσχέτιση των ελλείψεων με τις δεξιότητες, αυτές που λείπουν δεν είναι τόσο οι καμαριέρες, σερβιτόροι κ.ο.κ. αλλά οι ελλείψεις έχουν να κάνουν περισσότερο με εξειδικευμένα και υψηλής εκπαίδευσης στελέχη, με τον ψηφιακό μετασχηματισμό, digital marketing κ.α.. Η τάση βαίνει μειούμενη ως προς τις ελλείψεις εργαζομένων στον τουρισμό και θέλουμε να δούμε με μεγάλο ενδιαφέρον την εφετινή χρονιά».
Οι ξενοδόχοι αποδίδουν τις λιγότερες ελλείψεις ειδικά στις λιγότερο καταρτισμένες θέσεις και στο ότι υπάρχουν πλέον περισσότεροι εργαζόμενοι από τρίτες χώρες «και αυτό έχει να κάνει και με το γεγονός ότι οι σχετικές αιτήσεις ανοίγουν νωρίτερα σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια».
Ως προς τις ζητούμενες τιμές και λαμβάνοντας υπόψη τις γεωπολιτικές εξελίξεις που προκύπτουν σταθερά τα τελευταία χρόνια, για τους πρώτους μήνες του 2026 δεν υπάρχουν σοβαρές διαφορές όσον αφορά τις πληρότητες και τις τιμές σε σύγκριση με πέρυσι.
Για το μήνα Μάιο, η μέση τιμή πανελλαδικά για ένα δίκλινο δωμάτιο ήταν στα 117 ευρώ από τα 112 ευρώ του Μαιου του 2025, με τη μέση πληρότητα στο 62% από το 63% πέρυσι.
Αντίστοιχα, και τον Ιούνιο φαίνεται να μην υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις τόσο στο κομμάτι των πληροτήτων και των τιμών, ενώ το θέμα των υψηλότερων τιμών έχει να κάνει και με την αναβάθμιση του δυναμικού.
Συνολικά στη χώρα μας πέρυσι οι διανυκτερεύσεις επισκεπτών ανήλθαν στα 163,7 εκατομμύρια, νούμερο που αποτυπώνει τη δυναμική του κλάδου, ωστόσο μία πραγματικότα των τελευταίων ετών είναι και η σταθερά μικρότερη διάρκεια παραμονής στη χώρα, «γι’ αυτό και δε θα πρέπει να μετράμε τελικά τόσο πολύ τις αφίξεις.
Ενδεικτικά, η διάρκεια παραμονής βαίνει μειούμενη τα τελευταία 20 χρόνια, στο 50% πλέον. Βλέπουμε για παράδειγμα ότι τη δεκαετία του ’00, η μέση διάρκεια παραμονής ήταν 10,5 ημέρες και τώρα έχει μειωθεί σχεδόν στο ήμισυ, στις 5,6 ημέρες».
Πηγή: newmoney.gr