Η «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) ιδρύθηκε το 2013 και η πορεία της δεν ξεκίνησε ως ένα καθαρά ακροδεξιό κόμμα.
Στα πρώτα της βήματα εμφανίστηκε ως ευρωσκεπτικιστικός σχηματισμός με φιλελεύθερο-συντηρητικό προσανατολισμό, εκφράζοντας κυρίως την αντίθεση στην ευρωπαϊκή πολιτική διαχείρισης της κρίσης χρέους και του ευρώ.
Μέσα σε λίγα χρόνια, όμως, η AfD μετατοπίστηκε σημαντικά προς τα δεξιά. Η προσφυγική και μεταναστευτική κρίση του 2015 αποτέλεσε κομβικό σημείο αυτής της εξέλιξης, ενώ η σταδιακή ενίσχυση της εθνικοσυντηρητικής και ακροδεξιάς πτέρυγας άλλαξε ριζικά τόσο το πολιτικό προφίλ όσο και τη θέση του κόμματος στο γερμανικό κομματικό σύστημα.
Από την κρίση του ευρώ στην ίδρυση της AfD
Η προϊστορία της AfD συνδέεται με τις αντιδράσεις απέναντι στη Συνθήκη του Μάαστριχτ του 1992 και την εισαγωγή του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, σύμφωνα με το Ομοσπονδιακό Κέντρο Πολιτικής Εκπαίδευσης (bpb.de).
Ήδη από τη δεκαετία του 1990, πολιτικοί και οικονομολόγοι είχαν εκφράσει έντονες αντιρρήσεις για την πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης και, κυρίως, για την εγκατάλειψη του γερμανικού μάρκου.
Η οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση που ξέσπασε το 2008 και μετατράπηκε σε κρίση δημόσιου χρέους στην Ευρωζώνη έδωσε νέα δυναμική σε αυτές τις αντιδράσεις.
Η απόφαση των ευρωπαϊκών θεσμών και των κρατών-μελών να δημιουργήσουν μηχανισμούς οικονομικής στήριξης προς τις χώρες που αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα χρέους προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στη Γερμανία.
Καθοριστική υπήρξε η στάση απέναντι στην Ελλάδα.
Στις 25 Μαρτίου 2010, η Άνγκελα Μέρκελ είχε απορρίψει την ιδέα άμεσης οικονομικής βοήθειας προς την Αθήνα, ενώ η φράση της ότι η κυβερνητική πολιτική δεν είχε «εναλλακτική» απέκτησε ιδιαίτερη πολιτική σημασία.
Λίγο αργότερα, η συγκεκριμένη λογική θα αποτυπωνόταν και στην ονομασία της «Wahlalternative» (Η Εναλλακτική Επιλογή), του πολιτικού εγχειρήματος που αποτέλεσε πρόδρομο της AfD.
Από μία δεξαμενή πολιτικών, οικονομολόγων και διανοουμένων προέκυψε η «Wahlalternative 2013», με πρωταγωνιστές τους Μπερντ Λούκε, Κόνραντ Άνταμ και Αλεξάντερ Γκάουλαντ.
Αρχικά επιχειρήθηκε συνεργασία με τους «Ελεύθερους Ψηφοφόρους», όμως η προσπάθεια δεν απέδωσε. Έτσι, οι πρωταγωνιστές της Wahlalternative αποφάσισαν να προχωρήσουν στην ίδρυση ενός αυτόνομου κόμματος.
Στις 6 Φεβρουαρίου 2013 ιδρύθηκε επίσημα η AfD και στις 13 Απριλίου πραγματοποιήθηκε στο Βερολίνο το ιδρυτικό της συνέδριο.
Οι Μπερντ Λούκε, Κόνραντ Άνταμ και Φράουκε Πέτρι εξελέγησαν στην ηγεσία, ενώ το κόμμα οργανώθηκε με αξιοσημείωτη ταχύτητα.
Μέσα σε λίγους μήνες δημιουργήθηκαν περιφερειακές οργανώσεις σε ολόκληρη τη Γερμανία και η AfD απέκτησε περίπου 10.000 μέλη.
Η πρώτη εκλογική επιτυχία και η στροφή προς τα δεξιά
Η πρώτη μεγάλη εκλογική δοκιμασία ήρθε στις ομοσπονδιακές εκλογές του 2013. Η AfD συγκέντρωσε ποσοστό μόλις κάτω από το όριο του 5% και δεν κατάφερε να εισέλθει στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο της Γερμανίας (Bundestag). Η αποτυχία αυτή, ωστόσο, δεν ανέκοψε την πορεία της.
Η πραγματική επιτυχία ήρθε στις ευρωεκλογές του 2014. Η AfD συγκέντρωσε 7,1% και εξέλεξε επτά ευρωβουλευτές. Παράλληλα, άρχισε να αποκτά παρουσία στα κρατίδια και στα δημοτικά συμβούλια.
Αρχικά, το κεντρικό μήνυμα του κόμματος ήταν η κριτική στο ευρώ και στη νομισματική ένωση.
Η AfD υποστήριζε μια ελεγχόμενη διάλυση της Ευρωζώνης, ενώ ταυτόχρονα διατύπωνε φιλελεύθερες οικονομικές θέσεις και συντηρητικές απόψεις για την οικογένεια, τη μετανάστευση και την κοινωνική πολιτική.
Σταδιακά, όμως, η ισορροπία στο εσωτερικό της άρχισε να αλλάζει.
Η μετανάστευση εξελίχθηκε σε κεντρικό πολιτικό ζήτημα και η εθνικοσυντηρητική πτέρυγα ενισχύθηκε.
Οι επιτυχίες στις εκλογές της Θουριγγίας, της Σαξονίας και του Βρανδεμβούργου το 2014 έδωσαν επιπλέον δύναμη σε όσους υποστήριζαν έναν σαφέστερο δεξιό-λαϊκιστικό προσανατολισμό.
Σημαντική φυσιογνωμία αυτής της τάσης αναδείχθηκε ο Μπιορν Χόκε και παράλληλα, πρώην μέλη άλλων ακροδεξιών κομμάτων άρχισαν να εντάσσονται στην AfD.
Η προσφυγική κρίση ως σημείο καμπής
Από το φθινόπωρο του 2015, η μαζική άφιξη προσφύγων και μεταναστών στη Γερμανία έφερε τη μετανάστευση στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η AfD αξιοποίησε την κοινωνική ανασφάλεια και την αυξανόμενη κριτική προς την πολιτική της κυβέρνησης Μέρκελ, μετατρέποντας το μεταναστευτικό σε βασικό στοιχείο της πολιτικής της ταυτότητας.
Οι τρομοκρατικές επιθέσεις στην Ευρώπη και η επίθεση στη χριστουγεννιάτικη αγορά του Βερολίνου ενίσχυσαν το μήνυμα της AfD γύρω από τη μετανάστευση και την ασφάλεια.
Στις περιφερειακές εκλογές του 2016, το κόμμα σημείωσε εντυπωσιακά αποτελέσματα. Στη Βάδη-Βυρτεμβέργη συγκέντρωσε 15,1%, στη Ρηνανία-Παλατινάτο 12,6%, ενώ στη Σαξονία-Άνχαλτ έφτασε το 24,3%. Ακολούθησαν νέες επιτυχίες στο Μεκλεμβούργο-Πομερανία και στο Βερολίνο.
Η AfD είχε πλέον μετατραπεί από ένα κόμμα διαμαρτυρίας για το ευρώ σε βασικό εκφραστή της δεξιάς και αντι-μεταναστευτικής ψήφου.
Η είσοδος στο Bundestag
Το αποκορύφωμα της πρώτης περιόδου ήταν οι ομοσπονδιακές εκλογές του 2017. Η AfD συγκέντρωσε 12,6% και εξέλεξε 94 βουλευτές, καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση και αναδεικνυόμενη σε μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης.
Το αποτέλεσμα επιβεβαίωσε τη μετατόπιση του γερμανικού πολιτικού σκηνικού προς τα δεξιά.
Ωστόσο, η AfD παρέμενε απομονωμένη από τα υπόλοιπα κόμματα, τα οποία απέκλειαν τη συνεργασία μαζί της.
Την ίδια περίοδο, η Φράουκε Πέτρι αποχώρησε από το κόμμα, ενώ η Άλις Βάιντελ και ο Αλεξάντερ Γκάουλαντ ανέλαβαν κεντρικούς ρόλους.
Η νέα ηγεσία συνδύαζε την κοινοβουλευτική παρουσία με έναν ολοένα πιο έντονο εθνικοσυντηρητικό λόγο.
Η ενίσχυση της ακροδεξιάς πτέρυγας
Από το 2019 και μετά, η εσωτερική σύγκρουση μεταξύ μετριοπαθών και ριζοσπαστικών δυνάμεων έγινε ακόμη εντονότερη.
Στο επίκεντρο βρέθηκε η «Flügel», η εθνικιστική πτέρυγα που συνδεόταν κυρίως με τον Μπιορν Χόκε και άλλους εκπροσώπους της ανατολικής Γερμανίας.
Η Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος χαρακτήρισε τη «Flügel» ως επιβεβαιωμένα ακροδεξιά εξτρεμιστική τάση το 2020.
Παρά την προσπάθεια διάλυσής της, η επιρροή της στο κόμμα παρέμεινε ισχυρή.
Ο Γιόργκ Μέουτεν, ο οποίος είχε προσπαθήσει να συγκρατήσει την περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση, αποχώρησε από την AfD τον Ιανουάριο του 2022.
Η αποχώρησή του συμβόλισε την οριστική επικράτηση των πιο ριζοσπαστικών δυνάμεων.
Παράλληλα, η AfD αντιμετώπισε δυσκολίες να διαμορφώσει συνεκτική πολιτική γραμμή σε ζητήματα πέρα από τη μετανάστευση.
Αυτό έγινε ιδιαίτερα εμφανές κατά την πανδημία του κορονοϊού, όταν τμήματα του κόμματος υιοθέτησαν θέσεις που βρίσκονταν κοντά στο κίνημα των αρνητών των περιοριστικών μέτρων.
Από τον πόλεμο στην Ουκρανία στις νέες εκλογικές επιτυχίες
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 και η ενεργειακή κρίση που ακολούθησε δημιούργησαν νέα ευκαιρία για την AfD. Το κόμμα τάχθηκε κατά της στρατιωτικής στήριξης προς την Ουκρανία και επέκρινε τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας.
Οι αυξημένες τιμές ενέργειας, ο πληθωρισμός και οι φόβοι για την οικονομία δημιούργησαν πρόσφορο έδαφος για την αντισυστημική ρητορική της AfD.
Παράλληλα, η επανεμφάνιση της μετανάστευσης ως κεντρικού ζητήματος ενίσχυσε περαιτέρω τη δυναμική της.
Από το 2022, το κόμμα ηγούνται από κοινού ο Τίνο Κρουπάλα και η Άλις Βάιντελ.
Η τελευταία εξελίχθηκε σταδιακά στην πιο αναγνωρίσιμη διεθνώς προσωπικότητα της AfD και το 2025 αναδείχθηκε υποψήφια καγκελάριος.
Η εκλογική άνοδος του 2024 και του 2025
Οι αποκαλύψεις του Correctiv στις αρχές του 2024 σχετικά με τη μυστική συνάντηση στο Πότσνταμ, όπου συζητήθηκαν σχέδια μαζικής «επανεγκατάστασης» μεταναστών και άλλων ομάδων, προκάλεσαν μαζικές αντιδράσεις στη Γερμανία.
Ωστόσο, οι διαδηλώσεις δεν ανέκοψαν μακροπρόθεσμα την εκλογική άνοδο της AfD.
Στις ευρωεκλογές του 2024 το κόμμα συγκέντρωσε 15,9%, ενώ λίγους μήνες αργότερα σημείωσε ιστορικές επιδόσεις στη Σαξονία, τη Θουριγγία και το Βρανδεμβούργο. Στη Θουριγγία, μάλιστα, αναδείχθηκε για πρώτη φορά πρώτη δύναμη σε εκλογές σε επίπεδο κρατιδίου.
Η δυναμική αυτή μεταφέρθηκε και στις πρόωρες ομοσπονδιακές εκλογές του Φεβρουαρίου 2025.
Η AfD συγκέντρωσε 18% και εξέλεξε 152 βουλευτές, αποτελώντας πλέον τη δεύτερη ισχυρότερη κοινοβουλευτική ομάδα μετά την Ένωση.
Η προεκλογική συζήτηση επικεντρώθηκε σε μεγάλο βαθμό στη μετανάστευση και την εσωτερική ασφάλεια.
Παράλληλα, η συζήτηση γύρω από το λεγόμενο «τείχος προστασίας» και τις περιπτώσεις στις οποίες οι ψήφοι της AfD συνέβαλαν στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία προτάσεων της Ένωσης ενίσχυσε τη δημόσια συζήτηση για τα όρια της πολιτικής απομόνωσης του κόμματος.
Η εκλογική ενίσχυση της AfD συνοδεύτηκε από αυξανόμενη ανησυχία στους δημοκρατικούς θεσμούς για τη μελλοντική της θέση στο πολιτικό σύστημα.
Ήδη από το 2018 ορισμένες περιφερειακές οργανώσεις είχαν τεθεί υπό παρακολούθηση, ενώ το 2021 το ομοσπονδιακό κόμμα χαρακτηρίστηκε «ύποπτη περίπτωση» ακροδεξιού εξτρεμισμού.
Τον Μάιο του 2025 η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος προχώρησε σε ακόμη αυστηρότερη αξιολόγηση, χαρακτηρίζοντας την AfD «επιβεβαιωμένη ακροδεξιά τάση».
Από κόμμα διαμαρτυρίας σε ισχυρό πολιτικό πιόνι
Η εκλογική νίκη της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ στις 6 Σεπτεμβρίου 2026 επιβεβαιώνει ότι το κόμμα έχει πλέον διανύσει μια μεγάλη απόσταση από τις απαρχές του ως ευρωσκεπτικιστική πολιτική δύναμη.
Από ένα κόμμα διαμαρτυρίας που γεννήθηκε μέσα στην κρίση του ευρώ, έχει εξελιχθεί σε μία από τις ισχυρότερες πολιτικές δυνάμεις της Γερμανίας, διεκδικώντας πλέον ανοιχτά όχι μόνο την εκλογική πρωτιά αλλά και την κυβερνητική εξουσία.
Η σαρωτική επικράτησή της στη Σαξονία-Άνχαλτ, παρά την αδυναμία εξασφάλισης απόλυτης πλειοψηφίας, έχει ιδιαίτερο συμβολικό βάρος.
Η AfD βρέθηκε για πρώτη φορά τόσο κοντά στον σχηματισμό μιας ακροδεξιάς περιφερειακής κυβέρνησης στη μεταπολεμική Γερμανία, ενώ η ήττα των συντηρητικών του Φρίντριχ Μερτς καταδεικνύει πόσο βαθιά έχει μεταβληθεί ο πολιτικός χάρτης της χώρας.
Την ίδια στιγμή, το αποτέλεσμα φέρνει ξανά στο προσκήνιο το ζήτημα της Brandmauer, του «τείχους προστασίας» που κρατά την AfD πολιτικά απομονωμένη.
Όσο όμως αυξάνεται η εκλογική της δύναμη, τόσο δυσκολότερη γίνεται η διατήρηση αυτού του αποκλεισμού χωρίς συνέπειες για τα υπόλοιπα κόμματα.
Η απουσία συμμάχων εξακολουθεί να εμποδίζει την AfD να μετατρέψει την εκλογική της επιτυχία σε κυβερνητική εξουσία, όμως η διαρκής άνοδός της πιέζει πλέον ολόκληρο το πολιτικό σύστημα.
Η διεθνής απήχηση του αποτελέσματος, με θετικές αντιδράσεις από ευρωπαϊκές ακροδεξιές δυνάμεις, δείχνει παράλληλα ότι η άνοδος της AfD δεν εξελίσσεται απομονωμένα από τις ευρύτερες πολιτικές μεταβολές στην Ευρώπη.
Το κρίσιμο ερώτημα για τη Γερμανία δεν είναι πλέον αν η AfD μπορεί να κερδίσει εκλογές. Αυτό το έχει ήδη αποδείξει. Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν και πότε θα μπορέσει να μετατρέψει την εκλογική της ισχύ σε πραγματική κυβερνητική εξουσία.
Η Σαξονία-Άνχαλτ έδειξε ότι αυτό το ενδεχόμενο δεν αποτελεί πλέον μακρινό σενάριο.
Και όσο η AfD συνεχίζει να ενισχύεται, τόσο η αντοχή της Brandmauer θα αποτελεί μία από τις σημαντικότερες δοκιμασίες για το γερμανικό πολιτικό σύστημα και τη μεταπολεμική δημοκρατική του παράδοση.