Όταν ο λυγμός σκοντάφτει στην οργή

Είναι τόσα πολλά αυτά που έχεις να πεις και τόσα αυτά που προσπαθείς με ψυχραιμία και λογική να εξηγήσεις, όμως η στάχτη έχει απλωθεί τόσο βαθιά μέσα σου που δεν σου αφήνει περιθώρια παρά μόνο να τραβηχτείς λίγο πιο μακριά από τις φωνές, τις ευθύνες, την φτηνή κριτική και να πενθήσεις.

Ένα πένθος δικό σου, μοναχικό. Με αυτό τον κόμπο στο λαιμό, με το άναμα του τσιγάρου, με το κατέβασμα του κεφαλιού, με την ανάγκη του ουρλιαχτού που θέλει μα ζορίζεται να βγει.

Καμένα κουφάρια να «ψηλώνουν τον σωρό», νεκροί και αγνοούμενοι που ντρέπεσαι να πεις τον αριθμό γιατί είναι εν καιρώ ειρήνης, ουρλιαχτά απόγνωσης αυτών που τους έζωσε ο θάνατος, κραυγές απελπισίας αυτών που έμειναν πίσω, εσωτερικοί λυγμοί όσων μετρούν ακόμα αντοχές.

Και να που την ώρα που η ανάσα βγαίνει σαν αναφιλητό, ένας θυμός έρχεται και φουντώνει αστραπιαία, πιέζοντας τα μηνίγγια μέχρι να σπάσουν.

Θυμός και οργή. Από όλα τα γύρω. Από όλα τα πριν και τα μετά.

Θυμός για τους φταίχτες, ηθικούς και πραγματικούς, γι’ αυτούς που άναψαν τις ταυτόχρονες σπίθες και γι’ αυτούς που έδωσαν την εντολή για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα τους, με τις τόσες χαμένες ζωές να λογαριάζονται ως παράπλευρες απώλειες.

Θυμός για την φτήνια της εκμετάλλευσης, από όσους χρησιμοποιούν το γκρίζο τοπίο ως σκηνικό για να στήσουν πολιτικές παραστάσεις, σαν τα κοράκια που τσιμπολογούν ένα κακοφορμισμένο κουφάρι.

Θυμός για την επικοινωνιακή αλητεία, όλων όσων έχουν μετατρέψει την ενημέρωση σε φιέστα, βιάζοντας συναισθηματικά το κοινό τους.

Θυμός για τη νοοτροπία που σέρνει αιώνες τώρα αυτός ο λαός να αποδίδει πάντοτε ευθύνες σε όλους τους άλλους, ξεχνώντας ο κάθε ένας το δικό του μερτικό.

Θυμός για όσους αποφάσισαν να χτίσουν σε πρώην δασικές εκτάσεις, εκμεταλλευόμενοι την ευκαιρία και να νιώσουν προνομιακά, για όσους τους αδειοδοτούσαν και για την αδιαφορία στην έλλειψη οικιστικού σχεδιασμού.

Θυμός για την ευκολία της ανοησίας στην κριτική και την παραφιλολογία του διαδικτύου, που μέσα από δακρύβρεχτους σχολιασμούς ή ξεσπάσματα επιφανειακής αγανάκτησης, προσφέρει άλλοθι και συνάμα ικανοποίηση ότι ηθικά εκπληρώθηκε το καθήκον απέναντι στην τραγωδία.

Θυμός για το κακό που έχει μάθει να ξορκίζεται στήνοντας κρεμάλες, αρκεί να τονωθεί το αίσθημα της εκδίκησης και ο κάθε ένας να πάρει την ικανοποίηση ότι στον σωρό των θυμάτων πρόσθεσε κι αυτός ένα ακόμα, νιώθοντας τιμωρός.

Ανατρέχω σε κάτι παλιούς στίχους του Μιχάλη Γκανά

«Έλα να πάμε στα καμένα

δε μας χωράει πια το σπίτι,

έρχονται δύσκολες ημέρες

μουτζουρωμένες σαν Δευτέρες.

Έρχονται φλόγες απ’ τα δάση

και μια φωτιά να μας δικάσει

μέσα στο πύρινό της χνώτο

από τον έσχατο στον πρώτο».