Έχουμε ωραίο νησί, τελικά

Κάθε φορά που επισκέπτομαι την Άνω Σύρο και σωριάζομαι καταϊδρωμένος στα πεζούλια της Πιάτσας, προσπαθώντας να πάρω μία ανάσα μετά την ανάβαση των σκαλοπατιών, με βασανίζει εντός μου το ίδιο ερώτημα. Γιατί να μην είμαι κι εγώ τουρίστας; Κάποιος που κάνει τις διακοπές του κι έρχεται για πρώτη φορά στο νησί; Που εξερευνά κάθε γωνιά του και μαγεύεται με τις ομορφιές του, σαν να βλέπει κάτι το ξεχωριστό, το μοναδικό; Και πράγματι είναι μοναδική η φυσιογνωμία της Σύρου, αλλά πολλές φορές εμείς, οι μόνιμοι κάτοικοι, που βυθιζόμαστε στις υποχρεώσεις, τις συνήθειες και τη ρουτίνα της καθημερινότητας, το ξεχνάμε. Πρώτος και καλύτερος εγώ. Με το παραμικρό γκρινιάζω. Που δεν έχω το ένα…. Που μου λείπει το άλλο… Που δεν μπορώ να κάνω αυτό… που… που… που.. «Σκάσε, άνθρωπέ μου. Εδώ ο κόσμος καίγεται -κυριολεκτικά και μεταφορικά- κι εσύ όλο παραπονιέσαι. Μια χαρά είσαι εδώ, όλα τα ‘χεις», λέω κι εγώ ο ίδιος στον εαυτό μου όταν τον πιάνω να μιζεριάζει και μεμψιμοιρεί. Την τελευταία εβδομάδα, δεν χρειάστηκε να του πω απολύτως τίποτα. Το κατάλαβε μόνος του.

Πολλές και διαφορετικές καταστάσεις με έκαναν να συνειδητοποιήσω ότι, τα μάτια των άλλων συχνά διεισδύουν περισσότερο σε αυτό που εμείς έχουμε μπροστά μας και ηθελημένα ή άθελά μας προσπερνάμε. Από τη μια είδα το πάθος με το οποίο δουλεύει ο καθηγητής Χρήστος Λούκος με την ομάδα του για την ταξινόμηση του ιστορικού μας αρχείου. Μεταπτυχιακοί φοιτητές, από διάφορα μέρη της Ελλάδας, σκυμμένοι πάνω από δεκάδες έγγραφα και καταλόγους να ερευνούν, να σημειώνουν και να μαθαίνουν με όρεξη και μεγάλο ενδιαφέρον την ιστορία του τόπου μας, που οι περισσότεροι από μας ίσως να αγνοούμε. Και ο υπεύθυνος του εγχειρήματος να μιλά γοητευμένος για τον πλούτο του υλικού, σχεδιάζοντας τα μελλοντικά βήματα της ομάδας του στο νησί, που για την ίδια αποτελεί, επί σειρά ετών, σταθερό καλοκαιρινό προορισμό.

Από την άλλη, άκουγα τα σχόλια των ανθρώπων, με τους οποίους ταξιδέψαμε μαζί σε κάποιο άλλο Κυκλαδίτικο νησί για να παρακολουθήσουμε μία θεατρική παράσταση. Πολλοί εξ’ αυτών δεν κατάγονται από τη Σύρο. Αγάπησαν το νησί και το επέλεξαν ως μόνιμο τόπο κατοικίας τους. «Καμία σχέση με τη Σύρο». «Η Σύρος είναι έτσι…», «Η Σύρος είναι αλλιώς». Τα άκουγα και κουνούσα απλώς το κεφάλι. Ποτέ δεν ήμουν τοπικιστής. Το αντίθετο, θα μπορούσα να πω εγώ. Ο κάθε τόπος έχει τις δική του ομορφιά και δεν μπορώ να την αμφισβητήσω, ούτε να την εκμηδενίσω. Επιστρέφοντας όμως με το σκάφος και προσεγγίζοντας σιγά σιγά το λιμάνι, γύρω στις 4 τα ξημερώματα, έβλεπα μπροστά μου τη φωτισμένη Ερμούπολη και ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη μου. Ήταν τόσο σαγηνευτική η εικόνα, τόσο εντυπωσιακή που με έκανε να σκεφτώ αυτό που πολλοί επαναλάμβαναν συχνά πυκνά μέσα στη μέρα… «έχουμε ωραίο νησί, τελικά». Βέβαια, η ηρεμία και η γαλήνη του νυχτερινού ταξιδιού εξατμίστηκαν μονομιάς, μόλις πλησιάσαμε στο λιμάνι και ακούσαμε όλο αυτό το «σκυλολόι» και το «ντάμπα-ντούμπα» από τα παραλιακά μαγαζιά. Αλλά τι να κάνουν κι αυτά; Καλοκαίρι είναι, αν δε «γαυγίσουν» τώρα, πότε να «γαυγίσουν»;

Μοναδικές ήταν και οι εκφράσεις στα πρόσωπα εκείνων που ανέβηκαν στην Άνω Σύρο, τη βραδιά του «Eye’s Walk Digital Festival». Περιπλανιούνταν στα σοκάκια, κοιτούσαν δεξιά κι αριστερά και δεν ήξεραν πού να πρωτοδώσουν σημασία. Στις προβολές επάνω στους τοίχους και τις ταράτσες ή στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του μεσαιωνικού οικισμού που μαγεύουν κατοίκους και επισκέπτες, που εμπνέουν καλλιτέχνες και που συνθέτουν ένα διαφορετικό σκηνικό, σχεδόν παραμυθένιο; Κόσμος έμπαινε μπροστά στους προτζέκτορες για να φωτογραφήσει τη θέα και εγώ έλεγα από μέσα μου «κάντε πιο κει βρε, να κάνουμε τη δουλειά μας». Γιατί εκείνη τη στιγμή, δεν έβλεπα με τα δικά τους μάτια, αλλά με τα μάτια κάποιου που επισκέπτεται συχνά τον οικισμό, κυρίως για επαγγελματικούς λόγους, που έχει ξαναδεί τις ανθισμένες γλάστρες, τους μουσικούς να παίζουν και να τραγουδούν στα σοκάκια, τους κατοίκους να κάθονται στα πεζούλια και να καλησπερίζουν τον κόσμο.

 Όταν τελείωσα και χαλάρωσα, μπόρεσα να αντιληφθώ ότι, αυτό που για μένα είναι συνηθισμένο, για πολλούς, άλλους είναι ξεχωριστό και ζήλεψα, γιατί θα ήθελα να ήμουν κι εγώ τουρίστας στη Σύρο, για να την αγαπώ ξανά και ξανά, από την αρχή.

Ναι, έχουμε ωραίο νησί, τελικά.