Avanti Popolo

Το μέγα πολιτικό ανάστημα υψώθηκε για άλλη μία φορά στον μικρόκοσμο της τοπικής μας αυτοδιοίκησης.

«Βροντάει ο Όλυμπος κι αστράφτει η Γκιώνα…», καθώς παρά την αβυσσαλέα απόσταση των αιρετών από την επαναστατική ιδεολογία με την οποία το άσμα αυτό έχει συνδεθεί, τράνταξαν συθέμελα οι θεσμοί από το αντάρτικο που ξέσπασε στους κόλπους τους.

«…Μουγκρίζουν τ’ Άγραφα, σείεται η στεριά…», με το πάθος και την πίστη να οπλίζει με θάρρος τον αλύτρωτο αγωνιστή.

«…Στ’ άρματα, στ’ άρματα, εμπρός στον αγώνα…», σε μία πάλη για τα δίκαια της θέσης μας, στο όνομα της έπαρσης μας και στην πίστη της υπεροψίας μας, βρε αδερφέ.

«…για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά…», ο όρκος που έδωσε για να πετάξει πέρα και πάνω από τα δεσμά που η αλητήρια δημοσιογραφία δημιούργησε στη δημοκρατική και απολύτως φιλολαϊκή άσκηση εξουσίας.

«Ξαναζωντάνεψε τ’ αρματωλίκι…», ενάντια στην άτιμη την κοινωνία που στέλνει τα πιο βαριά χτυπήματα στα πιο καλά παιδιά.

«…τα μπράτσα σίδερο, φλόγα η ψυχή…», για να δείξει με όλο το μεγαλείο του ήθους και της ευγένειας του ποιοι είναι τελικά αυτοί που έχουν τη δύναμη.

«…λουφάζουν έντρομοι οι ξένοι λύκοι…», όταν ο δικός μας λέων της αυτοδιοίκησης τίναξε τη χαίτη του και δήλωσε προστάτης του πόπολου που διαφέντευε.

«…στην εκδικήτρα μας αντρίκια ορμή…», αντιλάλησε στην πλάση ο βρυχηθμός της ποντικομαμής.

Αυτά τα πρωτόγνωρα και επαναστατικά βιώνει τα τελευταία 24ωρα η δημοσία ζωή αυτού του τόπου, καθώς με το φλογερό πάθος ενός «επαναστάτη χωρίς αιτία», δόθηκε ένα ηχηρό μάθημα αντρειοσύνης έναντι όποιου επιβουλεύεται την ακεραιότητα των θεσμών.

Η φλόγα του αντάρτη πυροδότησε το φιτίλι της αντίδρασης του αδέκαστου και ακριβοδίκαιου τιμητή αξιωματούχου, που επιφορτίστηκε με το βάρους του ελέγχου της ηθικής απάντων.

Λάβρος κατά πάντων ο τοπορητής της τοπικής αρχής, ενδύθηκε τον ρόλο του Δον Ντιέγκο ντε λα Βέγκα και ως άλλος Ζορό τάχθηκε στον αγώνα υπεράσπισης των αδυνάτων έναντι όσων τους εκμεταλλεύονται.

Ένας άνθρωπος απλός, που δεν ξεχνά πως προάχθηκε στο αξίωμα από τον λαό (έστω και από σπόντα αφού ο λαός τον κατέταξε εκτός), μάχεται παθιασμένα έναντι της εξουσίας των ολίγων διεφθαρμένων, ένας γνήσιος «επαναστάτης ποπολάρος».

Ένας εμπνευσμένος επαναστάτης, που στην παρουσία του στα κοινά και στον καίριο, ουσιαστικό και κορυφαίο ρόλο που διαδραματίζει, συνόψισε στη στάση του όλες τις κορυφαίες στιγμές επαναστάσεων της ιστορίας.

Αυτός ο ήπιος, άχρωμος, άοσμος, άγευστος ωσάν παλιός δημογέροντας (τα σιγανά ποταμάκια φοβάσαι) επιλαχών αιρετός, επέδειξε τέτοιο μεγαλείο μαχητικότητας, συγκεράζοντας στοιχεία της προσωπικότητας όλων των μεγάλων επαναστατών, από τον Σπάρτακο έως τον Λένιν και από τον Κρόμβελ έως τον Τσε Γκεβάρα.

Κι εγώ τώρα που να κρυφτά; Πώς δεν ανοίγει η γη να με καταπιεί; Πώς να αντιπαλέψω το μένος του; Πώς να ψελλίσω έστω μία δικαιολογία, που μου έχει κοπεί η λαλιά;

Λυπήσουμε μεγάλε μου διώκτη, εγώ για την κακομοίρα τη μανούλα μου το έκανα.

Άσε με ήσυχα να λουφάξω στη γωνιά μου κι μ’ ένα βιβλιαράκι στα χέρια να χαθώ στην αφάνεια και απλά να διαβάζω, μήπως και ξεστραβωθώ.

Να διαβάζω μία μελέτη των Dunning and Kruger για την αυτοπεποίθηση των ανεπαρκών, που λέει ότι  οι ανεπαρκείς υπερεκτιμούν τις ικανότητές τους, επειδή δεν γνωρίζουν το μέγεθος της αγνοίας τους, δεν αναγνωρίζουν την πραγματική ικανότητα των άλλων και δεν αναγνωρίζουν το μέγεθος της ανικανότητάς τους.