Η εξέλιξη των ναύλων και της ζήτησης σε αργό, ο ρόλος της Κίνας και οι νέες πλόες

Τι θα συμβεί στην αγορά πετρελαίου μετά την κρίση στη Μέση Ανατολή

Διαφήμιση

Οι… αρρυθμίες στην παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα έχουν εκτινάξει τους ναύλους των δεξαμενόπλοιων σε επίπεδα που η ναυτιλία είχε να δει για δεκαετίες.

Οι συγκρούσεις σε Μαύρη Θάλασσα, Αραβικό Κόλπο αλλά και ο κίνδυνος των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα έχουν εκτινάξει τα τονομίλια, με τους ναύλους να βρίσκονται σταθερά σε πολύ υψηλά επίπεδα τόσο στη spot αγορά όσο και στις χρονοναυλώσεις.

Έφεραν όμως και τεκτονικές αλλαγές στη ζήτηση για αργό. Η Κίνα, που εδώ και 25 χρόνια αποτελεί την κινητήρια δύναμη για τις αγορές των δεξαμενόπλοιων, αφού οδηγούσε τη ζήτηση για αργό, τώρα έχει μειώσει δραστικά τις εισαγωγές της, ακόμα και 50% σε κάποιους μήνες.

Και το μεγάλο ερωτηματικό για την ενεργειακή αγορά αλλά και των δεξαμενόπλοιων, είναι αν μετά την κρίση οι εισαγωγές της Κίνας θα επανέλθουν στα προ του πολέμου επίπεδα.

Κάτι που αμφισβητούν οι αναλυτές, αφού, όπως επισημαίνουν οι Poten & Partners, τα επόμενα 25 χρόνια θα διαφέρουν σημαντικά από τα προηγούμενα 25.

Η αγορά των τάνκερ

Παρά τη μείωση των κινεζικών θαλάσσιων εισαγωγών αργού, η αγορά δεξαμενόπλοιων διανύει μία από τις καλύτερες χρονιές στην ιστορία της.

Αυτό οφείλεται στις αναποτελεσματικότητες που δημιούργησαν οι καθυστερήσεις και οι διαταραχές στη ναυτιλιακή κίνηση, καθώς και στη σημαντική αύξηση της ζήτησης σε τονομίλια, λόγω των μεγαλύτερων αποστάσεων δρομολόγησης.

Όταν η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή λήξει και οι πλόες από τα Στενά του Ορμούζ και την Ερυθρά Θάλασσα επανέλθουν στα προ του πολέμου επίπεδα, ο στόλος δεξαμενόπλοιων θα επιστρέψει στα πιο αποδοτικά δρομολόγιά του, γεγονός που ενδέχεται να ασκήσει πίεση στους ναύλους, ιδίως δεδομένου του ογκώδους βιβλίου παραγγελιών που καιροφυλακτεί, σημειώνουν οι Poten & Partners.

Οι πλοιοκτήτες βλέπουν ότι την επόμενη μέρα του πολέμου θα ενταθούν οι εισαγωγές, με στόχο την αναπλήρωση των παγκόσμιων αποθεμάτων και την επιστροφή των κινεζικών εισαγωγών στα προ της κρίσης επίπεδα.

Αυτό, ωστόσο, δεν είναι βέβαιο, σύμφωνα με τους αναλυτές. Όπως σημειώνουν, η Κίνα είναι αγοραστής ιδιαίτερα ευαίσθητος στην πορεία των τιμών, και αυτό θα παίξει σαφώς μεγαλύτερο ρόλο στις μελλοντικές της εισαγωγές απ’ ό,τι η ανάγκη αναπλήρωσης αποθεμάτων, τα οποία, χάρη σε όλα τα υπόλοιπα μέτρα περιορισμού της ζήτησης, παραμένουν σε ιδιαίτερα ανεκτά επίπεδα.

Επιπλέον, η χώρα έχει επενδύσει σημαντικά σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και σε άλλες εναλλακτικές, μειώνοντας σταδιακά την εξάρτησή της από τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.

Οι κινεζικές εισαγωγές, επομένως, αναμένεται να ανακάμψουν, όμως το νέο «κανονικό» επίπεδο πιθανότατα θα είναι χαμηλότερο από τα αυξημένα επίπεδα του 2025 και των αρχών του 2026, με τη μελλοντική ανάπτυξη να παραμένει συγκρατημένη, καθώς η Κίνα συνεχίζει να απεξαρτάται σταδιακά από το πετρέλαιο.

Η χώρα θα εξακολουθήσει να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο για την αγορά δεξαμενόπλοιων αργού πετρελαίου, δεν μπορεί όμως πλέον να θεωρείται δεδομένος μοχλός ανάπτυξης της ζήτησης σε τονομίλια, υπογραμμίζουν χαρακτηριστικά από την Poten.

Μείωση εισαγωγών

Όταν ξέσπασε ο πόλεμος στο Ιράν και έκλεισαν τα Στενά του Ορμούζ, προκλήθηκε το μεγαλύτερο σοκ στην προσφορά πετρελαίου που έχει καταγραφεί ποτέ.

Η Κίνα απάντησε μειώνοντας δραστικά τις εισαγωγές αργού. Η απόφαση αυτή, σε συνδυασμό με τις παγκόσμιες απελευθερώσεις από τα στρατηγικά αποθέματα (SPR) και τις προσπάθειες των παραγωγών της Μέσης Ανατολής να παρακάμψουν το Ορμούζ, απέτρεψε την εκτίναξη των τιμών πετρελαίου σε πρωτοφανή επίπεδα.

Οι θαλάσσιες εισαγωγές αργού πετρελαίου της Κίνας έφτασαν τα 11,8 εκατ. βαρέλια την ημέρα (Mb/d) τον Φεβρουάριο του 2026, λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος.

Το ιστορικό υψηλό είχε καταγραφεί τον Δεκέμβριο του 2025, στα 12,2 Mb/d, με περίπου το 50% των εισαγωγών να προέρχεται από τη Μέση Ανατολή.

Καθώς ο πόλεμος συνεχιζόταν, η Κίνα απέφυγε να διεκδικήσει εναλλακτικά φορτία από τον Ατλαντικό. Αντ’ αυτού, προχώρησε σε μείωση των εισαγωγών της. Οι θαλάσσιες εισαγωγές υποχώρησαν κατά 50%, από 11,8 Mb/d τον Φεβρουάριο σε 5,8 Mb/d τον Ιούνιο, πριν ανακάμψουν ελαφρώς στα 7,3 Mb/d τον Ιούλιο και στα 7,0 Mb/d μέχρι στιγμής τον Αύγουστο.

Η δραστική αυτή μείωση επιτεύχθηκε μέσω αρκετών παράλληλων κινήσεων. Καταρχάς, η Κίνα είχε φροντίσει επί σειρά ετών να ενισχύει τα αποθέματά της σε πετρέλαιο.

Αν και η χώρα δεν δημοσιεύει επίσημα στοιχεία, οι αναλυτές εκτιμούν ότι τα χερσαία αποθέματα αργού πετρελαίου είχαν φτάσει περίπου το 1,2 δισ. βαρέλια στις αρχές του 2026.

Η Κίνα άρχισε να αντλεί από αυτά τα αποθέματα τον Απρίλιο, όταν οι εισαγωγές μειώθηκαν αισθητά. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Vortexa, η χώρα άντλησε συνολικά περίπου 1,5 Mb/d κατά το διάστημα Μαΐου – Ιουλίου 2026.

Παράλληλα, σταμάτησε να εισάγει το «πλεόνασμα» του περίπου 1 Mb/d πάνω από τις πραγματικές της ανάγκες, το οποίο χρησιμοποιούσε το 2025 και στις αρχές του 2026 για να ενισχύσει τα αποθέματα αυτά.

Ένας δεύτερος μοχλός ήταν η μείωση των εξαγωγών καθαρών προϊόντων πετρελαίου. Το 2025 κινήθηκαν κατά μέσο όρο ημερησίως στα 722.000 βαρέλια, με υψηλό τα 964.000 βαρέλια τον Ιούλιο και χαμηλό τα 533.000 βαρέλια τον Φεβρουάριο. Τον Απρίλιο του 2026, ωστόσο, υποχώρησαν στα 350.000 βαρέλια την ημέρα.

Τέλος, η κινεζική κυβέρνηση κατάφερε να συγκρατήσει και την εγχώρια ζήτηση. Επέτρεψε την άνοδο των τιμών καυσίμων, αποθαρρύνοντας τη χρήση βενζινοκίνητων οχημάτων και ωθώντας τους πολίτες προς τα μέσα μαζικής μεταφοράς ή το ποδήλατο.

Παράλληλα, πολλοί ταξιδιώτες προτίμησαν το τρένο αντί του αεροπλάνου, όπου αυτό ήταν εφικτό.

Συνολικά, η Κίνα κατάφερε να περιορίσει σημαντικά τις εισαγωγές και την κατανάλωση πετρελαίου χωρίς αυτό να πλήξει ουσιωδώς την οικονομία της.

Πηγή: naftemporiki.gr