Σημαντικές υστερήσεις στην τήρηση του παιδικού εμβολιαστικού προγράμματος στην Ελλάδα αναδεικνύει νέα ανάλυση, η οποία βασίστηκε σε εκτελεσμένες ηλεκτρονικές συνταγές για 400.959 παιδιά που γεννήθηκαν στη χώρα από το 2018 έως το 2022.
Τα ευρήματα, που δημοσιεύθηκαν στο Vaccine: X, δείχνουν ότι έως την ηλικία των 24 μηνών μόλις το 66,7% είχε ολοκληρώσει το συνδυαστικό σχήμα επτά βασικών εμβολίων.
Αυτό σημαίνει ότι περίπου ένα στα τρία παιδιά δεν είχε αποκτήσει την πλήρη προστασία που προβλέπει το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών για τα δύο πρώτα χρόνια ζωής.
Τη μελέτη υπογράφουν οι: Γεωργία Κουρλαμπά, Επίκουρη Καθηγήτρια Νοσηλευτικής Δημόσιας Υγείας – Πρόληψης στο Τμήμα Νοσηλευτικής ΕΚΠΑ, Μαρία Γκόβα, ΕΟΔΥ, Κασσιανή Μέλλου, ΕΟΔΥ, Θεανώ Γεωργακοπούλου, ΕΟΔΥ, Στυλιανή Βορρέ, ΕΟΔΥ, Δημήτριος Χατζηγεωργίου, ΕΟΔΥ, Βασιλική Παπαευαγγέλου, Γ’ Παιδιατρική Κλινική, Ιατρική Σχολή ΕΚΠΑ, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο «Αττικόν», Χρήστος Χατζηχριστοδούλου, Εργαστήριο Υγιεινής και Επιδημιολογίας, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.
Εμβολιασμός κατά του HPV: Ποιες είναι οι 3 χώρες που έχουν πετύχει τον ευρωπαϊκό στόχο του 90%
Η συνολική εικόνα δεν παραπέμπει σε μαζική απόρριψη των εμβολίων. Φανερώνει, όμως, ένα πιο σύνθετο πρόβλημα: καθυστερήσεις, ατελή σχήματα και έντονες γεωγραφικές αποκλίσεις.
Έως τα 2 έτη, η συμμετοχή στα περισσότερα επιμέρους εμβόλια ξεπερνούσε το 85%, χωρίς όμως κάποιο να φτάνει το όριο του 90%. Το έλλειμμα ήταν πιο εμφανές στα σχήματα πολλαπλών δόσεων, εκεί όπου απαιτείται σταθερή παρακολούθηση και συνέπεια.
Ενδεικτικά, η ολοκλήρωση των τεσσάρων δόσεων για διφθερίτιδα, τέτανο, κοκκύτη και πολιομυελίτιδα έφτασε στο 77,3%. Για το εμβόλιο έναντι της αιμόφιλου ινφλουέντζας τύπου b περιορίστηκε στο 76,4%, ενώ τουλάχιστον μία δόση κατά της ανεμευλογιάς ανήλθε στο 81,5%.
Πιο ευνοϊκά χαρακτηρίζονται τα στοιχεία για την ηπατίτιδα Β, το εμβόλιο ιλαράς-παρωτίτιδας-ερυθράς, τον πνευμονιόκοκκο και τον μηνιγγιτιδόκοκκο C. Ωστόσο, ακόμη και εκεί, η προστασία δεν επιτυγχάνεται πάντα μέσα στο προβλεπόμενο χρονικό «παράθυρο».
Ζήτημα ο χρόνος
Οι ερευνητές δεν στάθηκαν μόνο στο αν ένα παιδί έλαβε τα προβλεπόμενα εμβόλια. Εξέτασαν και αν αυτά έγιναν στην ηλικία που ορίζει το πρόγραμμα.
Η καλύτερη επίδοση καταγράφηκε στον μηνιγγιτιδόκοκκο C, με 88,4% να εμβολιάζεται εντός του προβλεπόμενου διαστήματος. Ακολούθησαν το εμβόλιο ιλαράς-παρωτίτιδας-ερυθράς με 83,9% και η ανεμευλογιά με 80,5%.
Αντίθετα, στα πιο… απαιτητικά σχήματα η συνέπεια μειώνεται αισθητά: 70,1% για την διφθερίτιδα-τέτανο-κοκκύτη-πολιομυελίτιδα και 69,6% για την αιμόφιλο ινφλουέντζα τύπου b. Στον πνευμονιόκοκκο, η εμπρόθεσμη ολοκλήρωση κυμάνθηκε από 47% έως 74,9%, ανάλογα με το χρονικό κριτήριο που εφαρμόστηκε.
Μικρές ομάδες, μεγάλος κίνδυνος
Η ανάλυση κατέγραψε ακόμη ότι το 3,1% των παιδιών δεν είχε λάβει καμία δόση κανενός εμβολίου έως την ηλικία των 24 μηνών.
Το ποσοστό υποχώρησε στο 2,2% έως το τέλος του 2024, ένδειξη ότι ένα μέρος της ομάδας εισήλθε αργότερα στο σύστημα. Παρ’ όλα αυτά, οι ειδικοί υπογραμμίζουν πως ακόμη και περιορισμένες «νησίδες» ανεμβολίαστων μπορούν να δημιουργήσουν ρήγματα στη συλλογική προστασία και να διευκολύνουν την επανεμφάνιση νοσημάτων που θεωρούνται ελεγχόμενα.
Η γεωγραφία της πρόληψης
Η πραγματικότητα διαφοροποιείται σημαντικά από περιοχή σε περιοχή. Η Δυτική Μακεδονία κατέγραψε την υψηλότερη πλήρη συμμόρφωση με το συνδυαστικό σχήμα, φτάνοντας το 79,7%, ενώ ακολούθησε η Κρήτη με 74,9%. Οι ίδιες περιφέρειες εμφάνισαν και την βέλτιστη συνέπεια ως προς τον χρόνο χορήγησης: 56,4% και 54,5%, αντίστοιχα.
Στον αντίποδα, το Βόρειο Αιγαίο βρέθηκε στη χαμηλότερη θέση, με 56% πλήρη συμμόρφωση και μόλις 38,1% εμπρόθεσμη ολοκλήρωση.
Οι αποκλίσεις αυτές, σύμφωνα με τους ερευνητές, πιθανόν αντανακλούν γεωγραφικούς και οργανωτικούς φραγμούς: δυσκολότερη πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, ανεπαρκής διαθεσιμότητα προσωπικού, αποστάσεις και λοιπές ιδιαιτερότητες των νησιωτικών ή απομακρυσμένων περιοχών.
Η γενιά του 2020
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα χαμηλότερα ποσοστά που καταγράφηκαν στα παιδιά που γεννήθηκαν το 2020, κυρίως για το εμβόλιο ιλαράς-παρωτίτιδας-ερυθράς, της ανεμευλογιάς και του μηνιγγιτιδόκοκκου C.
Η χρονική σύμπτωση με την πανδημία της COVID-19 είναι εμφανής, αν και οι συγγραφείς δεν αποδίδουν αιτιώδη σχέση. Οι περιορισμοί, η δυσκολότερη πρόσβαση στην πρωτοβάθμια φροντίδα και η αποφυγή των επισκέψεων σε δομές υγείας εκείνη την περίοδο ενδέχεται να συνέβαλαν στις καθυστερήσεις.
Παιδιά εκτός ελληνικού συστήματος
Όταν στην ανάλυση συμπεριλήφθηκαν και παιδιά που γεννήθηκαν εκτός Ελλάδας, αλλά απέκτησαν ΑΜΚΑ μέσα στον πρώτο χρόνο ζωής τους, οι δείκτες επιδεινώθηκαν ελαφρώς.
Η πλήρης συμμόρφωση έως τους 24 μήνες μειώθηκε στο 65,2%, ενώ το ποσοστό όσων δεν είχαν λάβει κανένα εμβόλιο αυξήθηκε στο 4,39%.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η διαφορά ενδέχεται να συνδέεται με την καθυστερημένη ένταξη στο σύστημα, τις συχνές μετακινήσεις, τα γλωσσικά ή πολιτισμικά εμπόδια, την περιορισμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας ή τους εμβολιασμούς που πραγματοποιήθηκαν μεν στο εξωτερικό αλλά δεν αποτυπώθηκαν στην ελληνική ηλεκτρονική συνταγογράφηση.
Τι δείχνει η μελέτη
Η παρούσα έρευνα αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη πανελλαδική αποτύπωση της παιδικής εμβολιαστικής εικόνας στην Ελλάδα με πραγματικά δεδομένα από το σύστημα ηλεκτρονικής συνταγογράφησης.
Από ό,τι φαίνεται η χώρα μας δεν αντιμετωπίζει μόνο ζήτημα συμμετοχής στα εμβόλια, αλλά κυρίως πρόβλημα ακρίβειας, συνέχειας και ισότιμης πρόσβασης.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι συγγραφείς επισημαίνουν την ανάγκη για συστηματική καταγραφή στο νέο εθνικό μητρώο εμβολιασμών, στοχευμένες παρεμβάσεις στις περιοχές με χαμηλότερες επιδόσεις και καλύτερους μηχανισμούς υπενθύμισης για δόσεις που καθυστερούν ή χάνονται.
Ygeiamoy.gr