Στη Σύρο βρέθηκε ο βουλευτής του Κινήματος Αλλαγής, κ. Οδυσσέας Κωνσταντινόπουλος, ως εκπρόσωπος της υποψηφιότητας του Νίκου Ανδρουλάκη, στο πλαίσιο των εσωκομματικών διεργασιών για την ανάδειξη νέου προέδρου.
Με φόντο τις εσωκομματικές εκλογές για την ανάδειξη νέου προέδρου για το ΚΙΝΑΛ, με όραμα την επόμενη ημέρα για το Κίνημα, ο βουλευτής Αρκαδίας, κ. Οδυσσέας Κωνσταντινόπουλος, βρέθηκε στη Σύρο, ως εκπρόσωπος της υποψηφιότητας του Νίκου Ανδρουλάκη, προκειμένου να παρουσιάσει τις θέσεις και την στρατηγική του για το «αύριο» της παράταξης.
Ο κ. Κωνσταντινόπουλος, σε μία διά ζώσης ομιλία, στη συνεδριακή αίθουσα του ξενοδοχείου «Ερμής», είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει με τους φίλους του ΚΙΝΑΛ, να εκθέσει το όραμα του νέου πολιτικού, που επιθυμεί να ηγηθεί του κόμματος, αλλά και να συνομιλήσει με το κοινό, απαντώντας στις ερωτήσεις και τους προβληματισμούς τους.
«Η παράταξη να αλλάξει τους πολιτικούς συσχετισμούς»
Μιλώντας στην εφημερίδα σχετικά με την επίσκεψή του στη Σύρο, ο κ. Κωνσταντινόπουλος σημείωσε, πως «βρισκόμαστε σήμερα εδώ για να μιλήσουμε για την εσωκομματική διαδικασία επιλογής νέας ηγεσίας για το Κίνημα Αλλαγής». Φυσικά, δεν παρέλειψε να σημειώσει την δύσκολη περιπέτεια μετά και τον πρόωρο χαμό της Φώφης Γεννηματά, τονίζοντας ωστόσο πως η παράταξη αντλεί δύναμη από τη γενναιότητα με την οποία η ίδια πάλεψε στις πιο δύσκολες στιγμές της.
Όσον αφορά στην ομιλία του υπέρ της υποψηφιότητας του Ν. Ανδρουλάκη, την οποία και ο ίδιος υποστηρίζει, ο κ. Κωνσταντινόπουλος επεσήμανε, ότι «αναλύουμε την πολιτική του πρόταση, εξηγούμε “γιατί Νίκος;”. Γιατί ψηφίζουμε το μέλλον και όχι το χθες, γιατί πρέπει η παράταξη να κάνει το επόμενο βήμα έτσι ώστε να αλλάξει τους πολιτικούς συσχετισμούς και να μπορέσει να διαδραματίσει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο, όπως της αξίζει. Και αυτό όχι μόνο για εμάς, αλλά κυρίως επειδή το χρειάζεται η χώρα, αφού σήμερα μπορεί να αξιολογήσει πόσο άγονο είναι το δίπολο Νέας Δημοκρατίας – ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ».
Όσον αφορά στην αναφορά του κ. Κωνσταντινίδη περί απεγκλωβισμού της χώρας από τα πολιτικά δίπολα, δημοσιογραφικά υπενθυμίστηκε, ότι μέχρι και πριν μερικά χρόνια, το κυριότερο μέρος του ΚΙΝΑΛ, που αποτελείται από το ΠΑΣΟΚ, ήταν μέρος του δίπολου ΠΑΣΟΚ – Νέα Δημοκρατία, το οποίο ήταν κυρίαρχο επί δεκαετίες.
Ως προς αυτό, ο ίδιος σχολίασε, ότι «το ΠΑΣΟΚ πέρασε μία πολύ δύσκολη φάση. Στη διάρκεια αυτής, νομίζω ότι για ό,τι μπορεί να πήγαινε στραβά στη χώρα χρεωνόταν στο ΠΑΣΟΚ. Αυτή η φάση πέρασε. Με υπομονή, εμείς μείναμε εκεί στα δύσκολα γιατί πιστεύουμε ότι πρέπει να πείσουμε τον κόσμο σύμφωνα με τις αρχές και τις αξίες μας, αλλά και την ηθική μας. Αυτοί που μείναμε στα δύσκολα και δεν φύγαμε ούτε για μία μέρα, μπορούμε να μιλήσουμε καθαρά κοιτώντας στα μάτια τον κόσμο και να πούμε, ότι εμείς δεν στηρίζουμε μία παράταξη του 40%. Στηρίζουμε την παράταξη του 4%, του 6% και του 8,1%, διότι μείναμε με βάση τις αρχές μας και δεν κυνηγήσαμε καρέκλες, είτε αριστερές, είτε δεξιές. Άρα αυτό είναι μία πολιτική παρακαταθήκη. Όσον αφορά στα δίπολα, αυτά έχουν αξία, όταν εκφράζουν πολιτικές. Τα δίπολα δεν έχουν αξία όταν, είτε συμφωνούν σε όλα, είτε κάνουν καυγάδες χωρίς καμία ουσία. Και βέβαια, τα δίπολα έχουν αξία, όταν υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες λειτουργούν προς όφελος της χώρας. Αυτή τη στιγμή, λοιπόν, δεν υπάρχει καμία δύναμη δημιουργική προς όφελος της χώρας. Δεν υπάρχει ορθολογικός λόγος, δεν υπάρχει διαφάνεια, δεν υπάρχει αξιοκρατία. Έχει κυβερνήσει ο κ. Τσίπρας, ο οποίος στην ουσία είπε το πιο ωραίο ψέμα και ο κόσμος θέλησε να δει αν αυτό μπορεί να γίνει πραγματικότητα και ο κ. Τσίπρας απέτυχε. Σήμερα, κυβερνά ο κ. Μητσοτάκης, αυτά που είπε δεν γίνονται, άρα η χώρα χρειάζεται μία άλλη, σοβαρή, πρόταση. Και επειδή η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία κερδίζει στην Ευρώπη, πιστεύουμε ότι η πρόταση για την εφαρμογή της σοσιαλδημοκρατίας που πρεσβεύει ο κ. Ανδρουλάκης μπορεί να εφαρμοστεί στην Ελλάδα και να δώσει λύσεις σοβαρές, ουσιαστικές, ρεαλιστικές».
«Να οικοδομήσουμε κάτι νέο»
Όπως υποστήριξε ο κ. Κωνσταντινόπουλος, τρία πράγματα ξεχωρίζουν τον κ. Ανδρουλάκη από τους υπόλοιπους υποψηφίους για την ηγεσία του ΚΙΝΑΛ, και συγκεκριμένα «ανανέωση, ενότητα, πολιτική αυτονομία».
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον ίδιο, ο κ. Ανδρουλάκης, έχοντας ήδη μία χαμένη αναμέτρηση για την ηγεσία στην οποία επικράτησε η αείμνηστη Φ. Γεννηματά, στάθηκε αρωγός της παράταξης στη συνέχεια, εκπροσωπώντας το ΚΙΝΑΛ στην Ευρωβουλή με πολύ μεγάλη στήριξη από τους ψηφοφόρους. Επιπλέον και ως νέος πολιτικός, φέρνει αρχές, αξίες και πολιτική πρόταση της επόμενης ημέρας για το Κίνημα.
Όσον αφορά στην ενότητα, ο κ. Κωνσταντινόπουλος επανέλαβε, ότι «ένας άνθρωπος οποίος έμεινε στα δύσκολα, χωρίς να εγκαταλείψει, χωρίς μάλιστα να ευθύνεται για το παρελθόν, σήμερα μπορεί να πει στον κόσμο ότι μπορεί, βάσει των πράξεών του και του ηθικού τρόπου με τον οποίο αντιμετώπισε την παράταξη, να είναι συνεπής σε αυτή του την στάση και την επόμενη ημέρα.
Τέλος, και αναφορικά με την πολιτική αυτονομία, υπογράμμισε, πως «αν κάποιος θέλει να κάνει το ΠΑΣΟΚ «θυγατρική» του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ή της Νέας Δημοκρατίας, δεν έχει καμία αξία. Εμείς υπερασπιζόμαστε την αυτόνομη πορεία της παράταξης, για να μεγαλώσει και να αλλάξει τους συσχετισμούς. Ο πολίτης που θέλει να πάει είτε στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ είτε στη Νέα Δημοκρατία, θα πάει από μόνος του να ρίξει την ψήφο του εκεί. Ο ψηφοφόρος έχει το δικαίωμα να ψηφίσει όποια παράταξη θέλει σε κάθε εκλογική αναμέτρηση. Δεν είναι ιδιοκτησία κανενός κόμματος. Απευθυνόμαστε στον κόσμο, που ενδεχομένως να έδωσε τις ελπίδες του, είτε αριστερότερα, είτε δεξιότερα, και τον καλούμε να έλθει πίσω και να οικοδομήσουμε κάτι πραγματικά νέο, που να είναι αισθητά διαφοροποιημένο από τα παλιά. Καλούμε τον κόσμο να ακούσει την πρότασή μας, να ακούσει τι σημαίνει για μας σοσιαλδημοκρατία στην Ελλάδα, και εφόσον πειστεί να υποστηρίξει την προσπάθειά μας».
«Η σοσιαλδημοκρατία πρέπει να δώσει δυνατότητες και να απαντήσει στα σύγχρονα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας. Σε αυτά έρχεται να καταθέσει προτάσεις ο Ν. Ανδρουλάκης και αυτά θέλουμε να ακούσει ο κόσμος. Διότι η δύναμή μας δεν είναι ούτε τα συμφέροντα, ούτε τα media, ούτε τίποτε άλλο. Είναι ο απλός κόσμος».
Λύσεις για την καθημερινότητα των νησιών
Όσον αφορά συγκεκριμένα στις Κυκλάδες και αν θεωρεί ότι υπάρχει πρόσφορο έδαφος, οι προτάσεις του κ. Ανδρουλάκη και το πολιτικό του όραμα να βρουν ευήκοα ώτα, ο κ. Κωνσταντινόπουλος αναφέρθηκε στο γεγονός, ότι η σοσιαλδημοκρατία κερδίζει έδαφος πανευρωπαϊκά, δεδομένου, ότι εγγυάται τη μετάβαση σε έναν διαφορετικό κόσμο, που έχει ως άξονα τον σεβασμό στον άνθρωπο, στην αξιοπρέπειά του, στην ασφάλειά του (εργασιακή και μη)».
Στο πλαίσιο αυτό και αναφορικά με τον βασικό πυλώνα ανάπτυξης των νησιών, τον τουρισμό, ο ίδιος τόνισε, πως η σοσιαλδημοκρατία εισάγει μία πρόταση, σχετικά με την τουριστική ανάπτυξη, με σεβασμό στον άνθρωπο και το περιβάλλον, με αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας και αμοιβές, με ποιοτικό και όχι μαζικό κριτήριο, που θα ανοίγει θέσεις εργασίας, θα δίνει κέρδη στον επιχειρηματικό κλάδο, αλλά θα μπορεί και να σέβεται το περιβάλλον, τον πολιτισμό των νησιών, αλλά και τον χαρακτήρα τους, που τα καθιστά μοναδικά.
«Θέλουμε να μιλήσουμε για την αειφόρο ανάπτυξη, την “πράσινη” ανάπτυξη. Έχουμε καταλήξει να πιστεύουμε, ότι η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και η πράσινη ανάπτυξη αφορά μόνο σε μία ελίτ. Ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά που πάνε σε μεγάλους ομίλους. Εμείς έχουμε διαφορετική πρόταση, που αφορά στην ένταξη στην πράσινη ανάπτυξη των πιο αδύναμων. Αν το κάθε νοικοκυριό έχει εισόδημα από την μετάβασή του στις ΑΠΕ, θα κατανοήσει ότι η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής θα αλλάξει τη ζωή του καθένα σε προσωπικό επίπεδο. Και με αυτό τον τρόπο να ξεφύγουμε από τις φαραωνικές επενδύσεις και να στηρίξουμε την ενεργειακή αυτονομία σε επίπεδο βάσης, η πράσινη ανάπτυξη να ξεκινά από τον ίδιο τον πολίτη. Εκεί θα πειστεί να συμμετέχει στην πράσινη ανάπτυξη και να την κάνει πράξη, έχοντας όμως ο ίδιος όφελος», ανέλυσε.
Τέλος αναφέρθηκε και στην επίλυση του δημογραφικού προβλήματος τονίζοντας πως το κράτος θα πρέπει να επιστρέψει στην ενίσχυση της φοιτητικής εστίας, προκειμένου οι φοιτητές να προτιμούν τα δημόσια πανεπιστήμια σε νησιά, όπως και την εξασφάλιση στέγης, μέσω της πολιτείας, σε νέα ζευγάρια που ξεκινούν την οικογένειά τους, ώστε να στηριχθούν κατά τα πρώτα δύσκολα χρόνια με όρους αξιοπρέπειας και να κάνουν παιδιά.