Οι ανατιμήσεις «φωτιά» στις πρώτες ύλες που απαιτούνται για την υλοποίηση μικρών και μεγάλων, αλλά σε κάθε περίπτωση σημαντικών έργων, για τη βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών, έχουν οδηγήσει στο «πάγωμα» ξανά των διαδικασιών.
Το σαρωτικό κύμα ακρίβειας, λόγω της ενεργειακής κρίσης, αλλά και του πολέμου στην Ουκρανία, έχει οδηγήσει σε αδιανόητες αυξήσεις και στον τομέα των πρώτων υλών, οι οποίες απαιτούνται για την υλοποίηση έργων, που έχουν δρομολογηθεί ήδη από την αυτοδιοίκηση.
Σε αρκετές περιπτώσεις, όπου έχουν καταρτιστεί προϋπολογισμοί έργων και αντίστοιχες προσφορές από αναδόχους, με τα οικοδομικά δεδομένα περασμένων μηνών, οι αυξήσεις που αντιστοιχούν σε κάποια υλικά σε τριψήφια ποσοστά, ανεβάζουν τα κόστη πάνω από τις προβλέψεις των αντίστοιχων συμβάσεων και οδηγούν σε «πάγωμα» τα έργα.
Δεύτερο «πάγωμα» σε λίγους μήνες
Αξίζει να υπενθυμιστεί στο σημείο αυτό, ότι κατά τους φθινοπωρινούς μήνες του 2021, είχε προκύψει εκ νέου ζήτημα, αυτή τη φορά σε σχέση με την υλοποίηση των έργων που είχαν ενταχθεί στο πρόγραμμα «Αντώνης Τρίτσης» του Υπουργείου Εσωτερικών.
Στην περίπτωση εκείνη, οι λογαριασμοί, οι οποίοι βάσει των προβλεπόμενων στις σχετικές Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις, εξυπηρετούνται από πόρους του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, είχαν σταματήσει να αποπληρώνονται, με αποτέλεσμα οι εργολάβοι να έχουν σταματήσει τις εργασίες, έως και την εξόφλησή τους.
Αυτό, είχε ως συνέπεια, αρκετά έργα του «Τρίτση» να λάβουν παρατάσεις, καθώς δεν υπήρχε υπαιτιότητα ούτε από πλευράς των Δήμων, ούτε από πλευράς των εργολάβων και σήμερα να βρίσκονται ενόψει ενός νέου «παγώματος» αυτή τη φορά, λόγω της δραματικής αύξησης των υλικών κατασκευής.
Λύση μόνο μέσω σχετικής υπουργικής παρέμβασης
Έπειτα από τη σύσσωμη αντίδραση του πρώτου βαθμού της αυτοδιοίκησης, αναμένονται οι κινήσεις εκ μέρους των συναρμόδιων Υπουργείων, προκειμένου να βρεθεί η «φόρμουλα», με στόχο την κάλυψη του επιπλέον κόστους, σε ήδη υπογεγραμμένες συμβάσεις.
Ωστόσο, οι κινήσεις αυτές απαιτούν οι όποιες αποφάσεις να συνάδουν με το υφιστάμενο νομικό και θεσμικό πλαίσιο και ως εκ τούτου αποτελούν «πονοκέφαλο» για τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες, δεδομένης της πρωτόγνωρης συγκυρίας, αλλά και της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας.
Σημειώνεται δε, ότι από πλευράς του κράτους, είχε ήδη προχωρήσει το ζήτημα των αναθεωρήσεων των δημοσίων συμβάσεων, ωστόσο η παρέμβαση τότε είχε συγκεκριμένο «ταβάνι», κάτι που δεν αρκεί, σε αρκετές περιπτώσεις, για την κάλυψη του επιπλέον κόστους στα υλικά στη δεδομένη χρονική συγκυρία, το οποίο είναι ιδιαίτερα υψηλό και σε μεγάλα έργα, αφορά σε αρκετές χιλιάδες ευρώ επιπλέον.
Παρέμβαση της ΚΕΔΕ για τον κίνδυνο «λουκέτου» στα εν εξελίξει έργα
Παρέμβαση σχετικά με το ζήτημα, υπενθυμίζεται πως είχε πραγματοποιήσει ο πρόεδρος της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας, κ. Δημήτρης Παπαστεργίου, προς το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών, ζητώντας άμεσα μέτρα και αποφάσεις προκειμένου να αντιμετωπιστεί η εκτίναξη των τιμών και να προχωρήσει ομαλά η υλοποίηση των έργων που εκτελούνται ή πρόκειται να εκτελεστούν.
Ο πρόεδρος της ΚΕΔΕ με επιστολή που είχε αποστείλει στον υπουργό Υποδομών και Μεταφορών, κ. Κ. Καραμανλή μετέφερε την έντονη ανησυχία των δημάρχων της χώρας σχετικά με τις επιπτώσεις της εκτίναξης του κόστους κατασκευής των έργων υποδομής.
Είχε επισημάνει δε, πως το πρόβλημα ξεκίνησε μεν από τα τέλη του 2020, αλλά οξύνθηκε τις τελευταίες εβδομάδες, από την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων στην Ουκρανία μέχρι σήμερα.
Χαρακτηριστικά ανέφερε, ότι σήμερα έχουν σταματήσει να υλοποιούνται πολλά έργα ύδρευσης και αποχέτευσης με εξασφαλισμένη χρηματοδότηση από το Πρόγραμμα «Φιλόδημος», εξαιτίας της μεγάλης αύξησης στις τιμές των σωληνώσεων PVC, που ξεπερνά το 100%. Αντίστοιχο πρόβλημα δημιουργείται στην υλοποίηση έργων που αφορούν νέες κτιριακές υποδομές και μεταλλικά κτίρια, λόγω της αύξησης των τιμών χάλυβα – οικοδομικού σιδήρου άνω του 100%. Στα δε έργα ασφαλτόστρωσης, όπου το κόστος της ασφάλτου έχει αυξηθεί κατά 200%, το πρόβλημα είναι ακόμη μεγαλύτερο.
Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι πως έργα που ήδη «τρέχουν» να σταματούν, με τους αναδόχους να ελπίζουν ότι θα υπάρξει αποκλιμάκωση των τιμών κάποια στιγμή στο μέλλον, προκειμένου να τα συνεχίσουν. Ενώ σε κάποιες άλλες περιπτώσεις, εργοληπτικές εταιρείες που έχουν αναλάβει μετά από διαγωνισμούς την κατακύρωση των έργων, να μην έρχονται να υπογράψουν τις συμβάσεις προτιμώντας την κατάπτωση των εγγυήσεων που έχουν δώσει, από το να αναλάβουν ένα έργο που «δεν τους βγαίνει οικονομικά».
Όπως είχε υπογραμμίσει στη σχετική του επιστολή ο κ. Παπαστεργίου, «για την τοπική αυτοδιοίκηση α’ βαθμού, είναι σημαντικό να μη σταματήσει η υλοποίηση έργων που είναι απαραίτητα για την ενίσχυση της τοπικής ανάπτυξης κι απασχόλησης, αλλά και για τη βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών. Ιδιαίτερα την τρέχουσα χρονική περίοδο, που υπάρχει εξασφαλισμένη χρηματοδότηση μέσα από προγράμματα όπως το Φιλόδημος, το Αντώνης Τρίτσης, το Ταμείο Ανάκαμψης αλλά και το ΕΣΠΑ, πρέπει να βρούμε τρόπο ώστε τα χρήματα αυτά να αξιοποιηθούν το ταχύτερο δυνατόν και να μην υπάρξει καμία καθυστέρηση στην υλοποίηση των έργων».
Στο πλαίσιο αυτό, είχε τονίσει την αναγκαιότητα να προχωρήσει άμεσα η έκδοση σχετικής απόφασης από πλευράς των συναρμόδιων υπουργείων, που θα προβλέπει νέες, ρεαλιστικές αναθεωρήσεις τιμών, για όλες τις εργασίες που αφορούν την εκτέλεση δημόσιων έργων, ενώ είχε επισημάνει πως είναι αναγκαίο να ληφθεί μέριμνα ώστε το αναθεωρημένο προς τα πάνω κόστος, να καλυφθεί από τα προγράμματα που χρηματοδοτούν τα έργα των Δήμων. Ταυτόχρονα, κρίθηκε αναγκαίο να υπάρξει και νομοθετική ρύθμιση από το Υπουργείο, για παράταση των προθεσμιών όλων των συμβάσεων δημόσιων έργων.