Είναι ένας 30χρονος, μη Συριανός, που επέλεξε όμως να δραστηριοποιηθεί στο νησί επιχειρηματικά και να συνεχίσει κόντρα στη δύσκολη περίοδο που διανύει η χώρα.
Ο λόγος για το Ζάχο Σταθόπουλο που ήρθε στη Σύρο ως φοιτητής, έφυγε για λίγο και ξανά γύρισε ανοίγοντας τη δική του επιχείρηση.
Τι είναι όμως αυτό που τον κέρδισε και τον ώθησε να μείνει στη Σύρο; Πως βλέπει τα πράγματα από τη θέση του νέου που εμμένει και παλεύει με κάθε τρόπο κάτω από τις δύσκολες οικονομικές συνθήκες της Ελλάδας; Πως βλέπει τους συνομήλικούς του ξενιτεύονται στην προσπάθειά τους να βρουν μία εργασία;
Κατοικεί στο νησί 10 χρόνια. Ποια είναι η άποψή του για το σήμερα και πως θέλει να δει τη Σύρο μετά από μερικά χρόνια;
Μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη από έναν νέο άνθρωπο που θέλει να προσφέρει και να δώσει πράγματα σε έναν τόπο που αγάπησε και δραστηριοποιείται.
- Ποια ήταν η πρώτη σου επαφή με το νησί;
“Ο κύριος λόγος που ήρθα στη Σύρο, ήταν για το Πανεπιστήμιο. Μόλις είχα γυρίσει από την Αγγλία, που σπούδασα αρχιτεκτονική, είχα περάσει στο Πανεπιστήμιο και επέλεξα τη Σύρο, διότι με την κουλτούρα, την παράδοση και τις τέχνες που έχει το νησί, πίστευα ότι μπορεί σταδιακά να φτιαχνόταν η μοναδική νέα σχολή design στην Ελλάδα. Ήρθα λοιπόν για το πανεπιστήμιο και περνώντας τα χρόνια δικτυώθηκα με την αγορά. Εργάστηκα για ένα χρονικό διάστημα στο καρνάγιο, γνώρισα τις τεχνικές, τα σπίτια, τα έπιπλα. Έπειτα έφυγα από το νησί και από τη χώρα, διότι εργάστηκα στην Ολλανδία σε μία μεγάλη εταιρία και όταν ολοκληρώθηκε και αυτός ο κύκλος, ήμουν πλέον έτοιμος να ανοίξω τη δική μου επιχείρηση και το έκανα αυτό, στη Σύρο”.
- Γιατί επέλεξες να ξεκινήσεις τη δική σου επιχείρηση, το δικό σου γραφείο στην επαρχία και δη σε ένα μικρό νησί όπου τα όρια είναι πιο στενά;
“Αυτό ήταν ένα στοίχημα που είχα βάλει με τον εαυτό μου. Ξεκίνησα το 2006 το γραφείο. Τότε πίστευα ότι οι συνθήκες ζωής είναι καλύτερες στη Σύρο και το να κρατήσω τη δουλειά εδώ σε ένα νησί, διότι περισσότεροι πελάτες μου είναι από το κέντρο και όχι μόνο, θα μου δινόταν η δυνατότητα και να δω πιο ξεκάθαρα, πιο φιλτραρισμένα τα πράγματα. Δηλαδή να μην αφομοιωθώ με τη μόδα της Αθήνας. Μπορώ να ζω στη Σύρο με χαλαρούς ρυθμούς και να ανεβαίνω τακτικά στο κέντρο για να κρατάω τις επαφές με τους πελάτες μου και να επισκέπτομαι τις εκθέσεις που γίνονται. Δε ταιριάζει στο χαρακτήρα το lifestyle της Αθήνας. Αυτός είναι ο πρώτος λόγος. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι επιχειρησιακά ο μειωμένος ΦΠΑ που έχουμε στη Σύρο, μπορούσε να εξισορροπήσει λίγο το κόστος μεταφοράς των αντικειμένων και των πρώτων υλών, καθώς επίσης και οι χαμηλές τιμές ενοικίων επαγγελματικών χώρων. Βασικοί παράγοντες που με κράτησαν εδώ. Τώρα όμως με την κρίση, τα πράγματα άρχισαν να θολώνουν”.
- Έχεις πελάτες από την Αθήνα και από άλλα μέρη. Στη Σύρο υπάρχουν άνθρωποι που ενδιαφέρονται; Έχεις κάνει άνοιγμα στο ντόπιο πληθυσμό;
“Έχω κάνει κάποιες επίλεκτες δουλειές. Μάλιστα από τα πρώτα μου χρόνια στο νησί, υπήρξαν πελάτες που με στήριξαν και μου έδειξαν εμπιστοσύνη. Π.χ έχω κάνει ανακαίνιση ενός καταστήματος με οικιακά είδη. Έχω δουλέψει και για ιδιώτες, για καφετέριες, για μπαρ. Οι απαιτήσεις στους ιδιώτες είναι πιο κοντά στα ξυλουργικά, παρά στο σύγχρονο design που είναι ο τομέας μου. Όμως, επειδή έχω ένα πλήρες μηχανουργείο και ξυλουργείο, δέχομαι και τέτοιες δουλειές. Η κοινωνία με έχει στηρίξει”.
-Είναι πολύ δύσκολο ένας νέος άνθρωπος, 30 ετών, σε μια περίοδο πολύ άσχημη για την Ελλάδα, να επιβιώνει στον εργασιακό χώρο και πολύ περισσότερο στην επαρχία.
“Ναι είναι πολύ δύσκολο αυτό, αλλά είναι και ο τομέας που ασχολούμαι το ίδιο δύσκολος, μιας και το design στην Ελλάδα, ξεκίνησε να δομείται τα τελευταία 10 χρόνια. Δυστυχώς αυτή τη στιγμή στη χώρα δε νομίζω ότι υπάρχουν πάνω από 50 ενεργεί σχεδιαστές. Από αυτούς 5 με 6 βιοπορίζονται από αυτό το επάγγελμα, ανάμεσά τους και εγώ. Η κρίση έχει χτυπήσει το αγοραστικό κοινό και όχι τόσο πολύ το επάγγελμα. Οι νέοι που δραστηριοποιούνται σε τέτοια δημιουργικά επαγγέλματα, πρέπει να κοιτάξουν στο εξωτερικό, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε τη χώρα”.
- Ήσουν ένας από αυτούς που συμμετείχαν στην υλοποίηση των νέων επίπλων για το θέατρο Απόλλων.
“Ναι είμαι ο κατασκευαστής. Με προσέγγισαν από το Δήμο, όταν έγινε ο διαγωνισμός για την κατασκευή των επίπλων. Ήταν μια αρκετά δύσκολη δουλειά, διότι δε τη σχεδίασα εγώ, οπότε έπρεπε να πάρω μια μεγάλη ομάδα σχεδιαστών, φοιτητών με πολύ καλό επίπεδο, αλλά με περιορισμένες γνώσεις του αντικειμένου του επίπλου στο φυσικό του χώρο. Οπότε, με πολύ μπάτζετ που μας δόθηκε για αυτό το έργο, προσπαθήσαμε όλοι, μια μεγάλη ομάδα 15 ατόμων, προσπαθήσαμε να δώσουμε το καλύτερο αποτέλεσμα. Εγώ ήμουν η “μπάλα” του μποξ που προσπαθούσε να κρατήσει τις ισορροπίες. Πιστεύω ότι το έργο πήγε πολύ καλά. Παραδώσαμε σε αρκετά γρήγορους χρόνους. Επιχειρηματικά αντιμετώπισα πολλές δυσκολίες, διότι τα ράφια στην αγορά ήταν άδεια. Ακούγεται ότι η αγορά έχει πρόβλημα, αλλά και εγώ δεν είχα φανταστεί το μέγεθος. Υπήρχε έλλειψη ακόμα και σε βίδες. Ήμουν υποχρεωμένος, παρότι προσπαθώ να στηρίζω την τοπική αγορά και μάλιστα πολλά καταστήματα, αναγκάστηκα ένα πολύ μεγάλο κομμάτι των υλικών να έρθει από την Αθήνα, κάτι που δε μου άρεσε, δε βοήθησε με τους χρόνους και σίγουρα μας άλλαξε τα σχέδια μιας και δεν υπήρχε η διαθεσιμότητα σε πολλά υλικά από αυτά που ήταν εξαρχής σχεδιασμένα. Χρειάζεται να περάσει λίγος χρόνος για να το αποδεχθεί η τοπική κοινωνία, αλλά πιστεύω ότι αυτό έδωσε στο θέατρο, παρά πήρε”.
- Προσπαθείς να επιβιώσεις σε ένα μικρό νησί, σε μια χώρα που χτυπιέται βάναυσα. Κάποιοι άλλοι συνομήλικοί σου επέλεξαν, αναγκάστηκαν καλύτερα, να φύγουν στο εξωτερικό και αυτό είναι μια βαθιά “πληγή” για την Ελλάδα.
“Είναι μια βαθιά “πληγή”, αλλά εγώ νομίζω ότι το εξωτερικό είναι πολύ διαφορετικό με αυτό που ήταν πριν από 10 χρόνια. Τότε η άποψη που επικρατούσε ήταν ότι μετά τις σπουδές θα έμεναν στο εξωτερικό για να δουλέψουν. Τώρα όσοι φεύγουν, φεύγουν για λίγο διάστημα. Δεν πάνε για στήνουν μια νέα ζωή. Φεύγουν για να γλυτώσουν το χρόνο της αδράνειας στην Ελλάδα, ψάχνοντας δουλειά ή δουλεύοντας για μικρό χρονικό διάστημα. Δε θεωρώ ότι όλοι αυτοί οι νέοι που ξενιτεύονται θα μείνουν στο εξωτερικό. Πιστεύω ότι μόλις τα πράγματα για τη χώρα καλυτερεύσουν θα γυρίσουν πίσω και θα κουβαλήσουν μαζί τους την τεχνογνωσία, αλλά και μία άλλη κουλτούρα. Δε θέλω να βλέπω απαισιόδοξα τα πράγματα. Θέλω να τα βλέπω σαν μία συγκυρία που σίγουρα θα αφήσει κάτι καλό”.
-Κατοικείς στη Σύρο σχεδόν 10 χρόνια στη Σύρο. Πως βλέπεις αυτό το νησί;
“Για εμένα η Σύρος αν δεν είχε την Πάνω Μεριά, δε θα την είχα αγαπήσει τόσο πολύ. Νομίζω ότι η Πάνω Μεριά κρατά τις ισορροπίες ανάμεσα στην παράδοση και την μικρογραφία της πόλης, όπως είναι η Ερμούπολη. Οι καλλιέργειες, το κρασί, η γνώση για τον παλιό τρόπο ζωής της Σύρου υπάρχει ακόμη στην Πάνω Μεριά και έχει προστατευθεί αρκετά. Το αρνητικό είναι ότι δε βλέπω αρκετούς νέους να αγαπάνε το συγκεκριμένο κομμάτι του νησιού, οπότε το τοπίο σταδιακά αλλάζει”.
-Πως θα ήθελες να δεις το νησί μετά από 10 χρόνια;
“Πίστευα και συνεχίζω να το πιστεύω ότι η Σύρος έχει γόνιμο έδαφος για καλλιτεχνικό τουρισμό. Θέλω να δω το νησί πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης μετά από μερικά χρόνια. Θέλω να δω και μεγαλύτερη συνεργασία του Δήμου και ιδιωτών καλλιτεχνών. Περισσότερες συνθέσεις και δράσεις ακόμη και κατά τη διάρκεια του χειμώνα που ζητούν οι περισσότεροι και που σιγά σιγά αυτό γίνεται. Αλλά ένας πιο ενεργός χειμώνας θα μπορούσε να βοηθήσει πολύ περισσότερο το ενεργό καλοκαίρι. Καλό θα ήταν οι φορείς του νησιού να σκεφθούν καλύτερα στο τι παίζεται αυτή τη στιγμή. Το πανεπιστήμιο είναι ένας πολύ δυνατός πυρήνας και μπορεί να δώσει πολλά περισσότερα από ότι πιστεύουν. Γενικότερα ο τουρισμός στη Σύρο πρέπει να αλλάξει. Είναι ένα πανέμορφο νησί και έχει ανθρώπους που το αγαπάει. Αυτό είναι το μεγαλύτερο ατού του. Όμως πρέπει να διατεθούν περισσότερα κονδύλια για τον πολιτισμό. Ούτε τρελή νυχτερινή ζωή έχει, άλλωστε έχουμε τα γειτονικά νησιά για αυτό. Καλό θα ήταν να παραμείνει ένα ήσυχο μέρος και να δοθεί ιδιαίτερο βάρος στα πολιτιστικά”.
-Αναφέρθηκες στο πανεπιστήμιο. Πιστεύεις ότι έχει αγκαλιαστεί όσο θα έπρεπε από τους φορείς;
“Οι κοινωνικές ζυμώσεις θέλουν χρόνο. Αρκετοί επαγγελματίες και φορείς, ναι θα έλεγα ότι το έχουν αγκαλιάσει. Οι εγκαταστάσεις κάθε δύο χρόνια αλλάζουν και δημιουργούν απόσταση μεταξύ των φοιτητών. Δεν υπάρχει ένας ενιαίος χώρος. Μπορεί οι φοιτητές να ζουν σε ένα μικρό τόπο, αλλά δε συναντιούνται. Τα κτήρια, όσα έχουν απομείνει στο Πανεπιστήμιο, είναι διάσπαρτα. Νομίζω ότι η κοινωνία θα έπρεπε να είχε στηρίξει περισσότερο τις εστίες και τους χώρους για το πανεπιστήμιο. Μία καλή λύση ήταν αυτή του στρατοπέδου, που όμως όπως φάνηκε είχε πολλές γραφειοκρατικές δυσκολίες. Τώρα έχουμε φτάσει στο χείλος του γκρεμού και δεν ξέρω αν μια τέτοια λύση θα βοηθούσε. Δεν υπάρχουν χρήματα για να αξιοποιηθεί αυτός ο χώρος. Δεν είναι μόνο ο Δήμος, υπάρχουν και άλλοι φορείς. Όλοι γνωρίζουμε ότι μέσα στο νησί υπάρχουν εκατοντάδες εγκαταλελειμμένα ακίνητα. Υπάρχει ο Δήμος, η εκκλησία που θα μπορούσε να στηρίξει το πανεπιστήμιο. Υπάρχουν πολλές λύσεις, αλλά θέλει περισσότερη πρωτοβουλία από τους φορείς”.