Έκθεση του γραφείου προϋπολογισμού της Βουλής

Απογοητευτικές διαπιστώσεις

Έντυπη Έκδοση
Διαφήμιση

Τα ανοίγματα στις αγορές και το τέλος της κρίσης που ξεκινά να διαφαίνεται, όπως παρουσιάζεται από τα κυβερνητικά στελέχη, φαντάζουν ως προεκλογικά πυροτεχνήματα, μετά την απογοητευτική τριμηνιαία έκθεση του γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, η οποία αμφισβητεί την θετική εικόνα που προσπαθεί να παρουσιάσει η κυβέρνηση για τον κατευνασμό της συσσωρευμένης κοινωνικής αγανάκτησης.

Πρόκειται για την τριμηνιαία έκθεση Ιανουάριος-Μάρτιος 2014, η οποία «εξετάζει την τήρηση των δημοσιονομικών στόχων της ελληνικής οικονομίας που τίθενται στα Μεσοπρόθεσμα Δημοσιονομικά Πλαίσια Στρατηγικής».

Διευκρινίζεται δε ότι «η έκθεση συντάχθηκε με βάση το σημερινό πλαίσιο πολιτικής όπως αυτό διαμορφώνεται από τα μνημόνια που έχει υπογράψει η κυβέρνηση με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (Ε.Κ.Τ.), την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Ε.Ε.) και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (Δ.Ν.Τ.)».

Η έκθεση των 59 σελίδων ξεκινά με τη διαπίστωση της επιβράδυνσης, κατά το 2013, του εθνικού εισοδήματος κατά την τελευταία εξαετία, γίνεται αναφορά στις προβλέψεις που κάνουν λόγο για μικρή αύξηση του ΑΕΠ το δεύτερο εξάμηνο του 2014, όμως παράλληλα σημειώνεται ότι «η ανεργία θα εξακολουθεί να παραμένει σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα».

Χαρακτηριστική της σκληρής οικονομικής πραγματικότητας για τη χώρα και της ακόμα δυσκολότερης μελλοντικής της πορείας είναι η σημείωση ότι η διαπίστωση του πρωτογενούς πλεονάσματος του 2013, η συμφωνία κυβέρνησης και τρόικας για επείγοντα μέτρα εφαρμογής του μνημονίου και η έξοδος της Ελλάδας στις αγορές με τη μορφή πενταετούς ομολόγου, «δεν σηματοδοτούν το οριστικό τέλος της δύσκολης και γεμάτης εμπόδια πορείας».

Περί πρωτογενούς πλεονάσματος και νέων μέτρων

Ειδικά για το πρωτογενές πλεόνασμα αναφέρεται ότι παρά τα θετικά πρόσημα στους τομείς δαπανώ και εσόδων, λόγω απορόφησης του ΕΣΠΑ, παρ’ όλα αυτά «ανησυχητική ωστόσο είναι η πορεία των φορολογικών εσόδων (άμεσοι + έμμεσοι φόροι) που υπολείπονται έναντι του στόχου κατά € 0,52 δισ. ή κατά 5,1% στο 1ο τρίμηνο του 2014».

Όσον αφορά στις κυβερνητικές προβλέψεις για αύξηση του πρωτογενούς πλεονάσματος έως το 2016 όπως αναφέρονται στο «Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2015-18» που κατατέθηκε προς ψήφιση στη Βουλή, σημειώνεται ότι «οι στόχοι αυτοί, αν και έχουν μετριασθεί για την διετία 2014-2015, είναι ιδιαίτερα αισιόδοξοι, ιδίως για την επόμενη περίοδο 2016-2018».

Η αύξηση του πρωτογενούς πλεονάσματος μπορεί να επιτευχθεί είτε με περαιτέρω μείωση των κρατικών δαπανών, είτε με αύξηση των φορολογικών εσόδων, όμως «η έως τώρα πτώση των εισοδημάτων και οι συνεχείς ανασχεδιασμοί στο φορολογικό σύστημα δεν μας επιτρέπουν κάποια αισιόδοξη πρόβλεψη για γρήγορη αύξηση των εσόδων και μείωση της φοροδιαφυγής».

Οπότε καταρρίπτοντας τον καλλιεργούμενο μύθο, επισημαίνεται ότι «θα έπρεπε να αναθεωρηθούν οι στόχοι για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα διαρκείας».

Όσον αφορά στις εφαρμογή των μνημονιακών υποχρεώσεων της χώρας, διαπιστώνεται ότι η ανταπόκριση εκ μέρους της κυβέρνησης στις μνημονιακές της δεσμεύσεις φτάνει στο 92%, καθώς ναι μεν υπήρξε σημαντική πρόοδος, όμως στην πράξη «πολλές αλλαγές αποτελούν προϊόν συμβιβασμού».

Γίνεται λόγος για αποσπασματική εφαρμογή κάποιων μεταρρυθμίσεων που δεν μπορεί όμως να επιφέρει τα αναμενόμενα οφέλη στην «ενδυνάμωση του ανταγωνισμού».

Διαφήμιση

Συγκεκριμένοι οι τομείς στους οποίους εμμένει το Eurogroup να διευθετηθούν, όταν αναφέρεται ότι «αναμένει περαιτέρω μέτρα για το άνοιγμα των αγορών μεταφορών, της ενέργειας, των κλειστών επαγγελμάτων, την επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων, την αναδιάρθρωση της Δημόσιας διοίκησης και τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών».

Καταλήγει δε στην απογοητευτική διαπίστωση ότι «Ο δρόμος θα είναι μακρύς ακόμα», ενώ η εκκρεμούσα εκταμίευση των 8,3 δις που αναμένονται, θα γίνει τμηματικά «αφού διαπιστωθεί η πλήρης εφαρμογή των προαπαιτούμενων».

Η χρηματική δύναμη και η έξοδος στις αγορές

Η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών δεν επέφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, καθώς τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ξεπέρασαν το 30%, γεγονός που επιδείνωσε την κατάσταση.

Κρίνεται «σημαντικό να επανέλθει στην παραγωγική διαδικασία η αργούσα δυναμικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων, οι οποίες λόγω της πτώσης της ζήτησης και της έλλειψης ρευστότητας, έχουν μειώσει δραστικά την παραγωγή τους», ενώ θα πρέπει να τερματιστεί η λήψη νέων μέτρων λιτότητας που επηρεάζουν την αγοραστική δύναμη των πολιτών.

Όσον αφορά στο ενδιαφέρον που εκδηλώνεται για μεγάλες ιδιωτικές επενδύσεις, και την υλοποίηση μεγάλων έργων, σύμφωνα με την έκθεση επιβεβαιώνεται ότι «προετοιμάζεται ειδικό Επενδυτικό Ταμείο

με τη συμμετοχή της γερμανικής KfW, του γαλλικού Ταμείου Παρακαταθηκών CDC ή της τράπεζας δημοσίων Επενδύσεων (BPI)

κ.α. για τη στήριξη καινοτόμων και εξωστρεφών μικρομεσαίων επιχειρήσεων».

Σε νέο κύκλο διαπραγματεύσεων θα μπει η κυβέρνηση με την τρόικα εξαιτίας του δημοσιονομικού κενού που προβλέπεται στο «Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2015-18», το οποίο εντός του Μήνα θα πρέπει να έχει ψηφιστεί και το οποίο ανέρχεται σε «0,91 δις ευρώ το 2015 και 1,93 δις ευρώ το 2016».

Τα όσα δε αφορούν στην αναδιάρθρωση του χρέους, για την οποία γίνεται όλο και περισσότερος λόγος το τελευταίο διάστημα από κυβερνητικής πλευράς, καθίσταται σαφές ότι το σενάριο αυτό «δεν φαίνεται να είναι συμβατό με τις πραγματικές διαπραγματευτικές δυνατότητες της χώρας και μάλλον δεν είχε πιθανότητες να βρει υποστήριξη στο δεδομένο ευρωπαϊκό πλαίσιο».

Στο υπάρχων σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί στη χώρα γίνεται ειδική αναφορά, καθώς αναφέρεται ότι η πολυδιαφημιζόμενη έξοδο στις αγορές «δεν σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία δεν βαρύνεται από σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα ούτε ότι δεν υπάρχει εξίσου σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα».

Σημειώνεται ότι υπάρχει διόγκωση των ανισοτήτων και της φτώχειας, ενώ τα ποσοστά της ανεργίας έχουν εκτιναχθεί «σε πολύ υψηλότερα επίπεδα από όσο σε άλλες χώρες που εφάρμοσαν παρόμοιες πολιτικές» και καταλήγει ότι «παρά την έξοδο στις αγορές, η ελληνική οικονομική πολιτική θα συνεχίσει να υπόκειται στους κανόνες που ισχύουν για τα κράτη μέλη της Ευρωζώνης για αυξημένη συλλογική εποπτεία των προϋπολογισμών («ευρωπαϊκό εξάμηνο»), σύνταξη «μεσοπροθέσμων δημοσιονομικών προγραμμάτων», ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς κ.α. όπως ισχύει για όλες τις υπερχρεωμένες χώρες που έχουν ήδη προσφύγει στους Ευρωπαϊκούς μηχανισμούς».