Τι θα πει «ωραίο»; Η λέξη θυμίζει την ώρα. Ως αν να σημαίνει κάτι το ώριμο. Ωραία είναι μια ρόγα σταφυλιού, όταν έχει ωριμάσει και πριν αφυδατωθεί και σταφιδιάσει. Τότε γυαλίζει στον ήλιο σα να καμαρώνει την ομορφιά της. Ώριμο είναι ένα ζωντανό ον όταν πια έχει επαρκή αυτάρκεια και είναι έτοιμο να αφήσει απογόνους. Τότε, όταν είναι ώριμο ένα κορίτσι μετά την ήβη, έχει το ύψιστο της ωραιότητάς του. Μια ρόγα σταφυλιού ή ένα σύκο ή οποιοσδήποτε καρπός, αλλά και οποιοδήποτε νεαρό ζώο, όταν περάσει το χρόνο της αναπαραγωγικότητάς του αρχίζει να είναι υπερώριμο, όχι πια τόσο φανταχτερό, ελκυστικό στην όψη, χωρίς όμως να χάνει την ταυτότητά του. Η σταφίδα, το σύκο, έτσι ζαρωμένοι οι καρποί, εξακολουθούν να έχουν τη γλύκα τους και μετά την ωριμότητα, χωρίς όμως πια να έχουν ωραιότητα. Και οι άνθρωποι, μετά την ωριμότητα και ωραιότητά τους αρχίζουν να έχουν ρυτίδες, ζαρώνει το δέρμα τους, δεν λάμπει στον ήλιο. Όμως μπορεί να διατηρούν την ταυτότητά τους σε μια ωραιότητα άλλου επιπέδου. Οι άνθρωποι είναι το μόνο είδος που μπορεί, ως ένα βαθμό, να προγραμματίζει το μέλλον του. Οι ρυτίδες που δημιουργούνται παγιώνουν τις συνηθέστερες εκφράσεις του ανθρώπου. Αν κάποιος έχει συνηθίσει να χαμογελά τις περισσότερες φορές, όταν γεράσει θα έχει ένα ευχάριστο, χαμογελαστό πρόσωπο. Αν, αντίθετα, κάνει τις περισσότερες φορές μαύρες σκέψεις, η έκφρασή του θα είναι σκυθρωπή, οργίλη, οπωσδήποτε αντιπαθητική και αυτή την έκφραση θα αποτυπώσουν και μονιμοποιήσουν οι ρυτίδες που θα σχηματίσει όταν γεράσει.
Το ωραίο όμως δεν αφορά μόνο έμβια όντα, αλλά και άβια. Ωραίο είναι το κελάηδημα του αηδονιού, το ουράνιο τόξο, οι σταλακτίτες και σταλαγμίτες στα σπήλαια κλπ. Παρά τα όσα έγραψα παραπάνω για την αντικειμενική ωραιότητα του ωρίμου, υπάρχει το υποκειμενικά ωραίο: ό,τι μου αρέσει. Έτσι, εκτός από την ομορφιά φυσικών αντικειμένων σαν αυτά που μόλις έγραψα, μου αρέσουν και ανθρώπινες κατασκευές. Μου αρέσει μια συμφωνία, ένας ζωγραφικός πίνακας, ένα άγαλμα κλπ. Γιατί μου αρέσουν όλα αυτά; Ένας λόγος είναι ότι ένα έργο τέχνης μπορεί να θυμίζει συνειρμικά μια πραγματικότητα που συγκινεί. Ένα τραγούδι μου αρέσει επειδή περιγράφει κάτι συγκινητικό, ένας πίνακας ή ένα άγαλμα παριστάνουν μια σκηνή που συγκλονίζει συναισθηματικά. Και αρχίζουν τα δύσκολα. Ένας πίνακας δείχνει μια κακάσχημη ξεδοντιασμένη γριά. Μπορεί όμως να μου αρέσει ο πίνακας, διότι αποδίδει με αριστοτεχνικό τρόπο μια αποτρόπαιη πραγματικότητα. Υποκειμενικά, ωραίο είναι ό,τι εξακολουθεί να σουλατσάρει στη φαντασία μου όταν έχω πάψει πια να το βλέπω ή να το ακούω. Ό,τι αρέσει στον καθένα δεν σημαίνει ότι αρέσει σε όλους. Αγόρασα ένα πολύ ωραίο τυρί από ένα γιδοβοσκό που το είχε φτιάξει με τον παραδοσιακό τρόπο και όταν το τρώω μου ανοίγει την όρεξη. Στη γυναίκα μου όμως δεν αρέσειꞏ της μυρίζει, λέει, ποδαρίλα. Αν θέλουμε μια αντικειμενική κρίση για το ωραίο πρέπει να επιστρατεύσουμε τη στατιστική.
Η καθαρή μουσική, χωρίς τραγούδι ή χορό που συνειρμικά παραπέμπουν σε πραγματικές στιγμές, γιατί μου αρέσει; Ένας αφηρημένος πίνακας που μη έχοντας κανένα σχήμα, αλλά μόνο παραθέσεις χρωμάτων μπορεί να με συγκινεί, να είναι για μένα ωραίος. Κι ας είναι άσχημος, χωρίς σχήμα δηλαδή. Κάτι ανάλογο προσπαθεί να κάνει και η σουρεαλιστική ποίηση που, έστω κι αν γράφει με λέξεις που σημαίνουν έννοιες, και προτάσεις που σημαίνουν νοήματα, αναφέρεται, λένε οι σουρεαλιστές, σε ό,τι υπάρχει στο υποσυνείδητο μας, μακριά από κάθε λογική και ανασύρεται από το υποσυνείδητο στο νου του ποιητή σα μια αλυσίδα συνειρμών, χωρίς αυτός να σκέφτεται. Αν στον αναγνώστη ή ακροατή του ποιήματος γεννά με αντίστροφη πορεία συνειρμικά συναισθήματα που ανταποκρίνονται σε εκείνα του υποσυνειδήτου του ποιητή, αυτό το ποίημα αρέσει. Έτσι κι αλλιώς, για να πούμε ωραίο ένα έργο τέχνης, χρειαζόμαστε ένα αντικειμενικό κριτήριο. Όπως αναφέρθηκε, αυτό είναι στατιστικό. Αν αρέσει σε μεγάλο πλήθος, είναι ωραίο.
Αν και η ουσία του κάλλους είναι υποκειμενική, υπάρχει και η αντικειμενικότητα που είναι πολύ σημαντική. Ωραίο είναι ό,τι αρέσει σε πολλούς. Και τώρα έρχεται η αρμονική συνεργασία της λογικής με το συναίσθημα. Δέχομαι ότι το ωραίο αρέσει σε μεγάλο πλήθος. Αν το πλήθος περνά τα όρια του χρόνου και του χώρου, είναι κλασικό. Ωραίες είναι οι αρχαίες τραγωδίες, ωραίος ο Παρθενώνας. Αρέσουν αυτά τα έργα χιλιάδες χρόνια και σε όλο τον πλανήτη, είναι κλασικά. Η δημοτική τέχνη, τα έργα του Θεόφιλου, του Κορνάρου, τα δημοτικά τραγούδια, τα νέγρικά τραγούδια, τα «σπιρίτσουαλς», αρέσουν επίσης διαχρονικά, αλλά σε περιορισμένο μόνο χώρο. Η λαϊκή τέχνη παραδίδεται από γενιά σε γενιά χωρίς να καταγράφεται, με την παράδοση, ώσπου κάποια στιγμή να αποκρυταλλωθεί σε γραπτό κείμενο ή άλλη επίσημη καταγραφή. Με την παράδοση, κάθε μαθητής κάνει ό,τι και ο δάσκαλός του, επαναλαμβάνει αντιγράφοντάς τον, αλλά πάντα με κάποια λαθάκια που τα θεωρεί ωραιότερα, διότι αρέσουν περισσότερο στους θεατές ή ακροατές του. Κι έτσι η λαϊκή τέχνη διαρκώς αλλάζει ανεπαίσθητα και βελτιώνεται, αποκτά παραλλαγές, από τις οποίες επιλέγονται όσες αρέσουν περισσότερο και έτσι είναι εκλεκτή.
Με την επίσημη καταγραφή των έργων, που έτσι έχει αποδειχτεί η ωραιότητά τους, ασχολούνται οι «επιστήμονες» της τέχνης, οι κριτικοί. Αυτοί μελετούν με επιστημονικές μεθόδους ποια είναι τα στοιχεία των αποδεδειγμένα ωραίων έργων και δημιουργούν κανόνες. Πολύ χρήσιμους. Αν είμαι κριτής, να παρουσιάσω σε μια πινακοθήκη ή σε μια αίθουσα συναυλιών ένα καινούργιο έργο, που δεν έχει υπάρξει χρόνος για να αποδειχθεί αν είναι ωραίο ή όχι, το κρίνω, με βάση τα κριτήρια των κριτικών. Με τέτοια κριτήρια θα αποφανθώ αν πρέπει να βραβευτεί ή να παρουσιαστεί στο κοινό. Κι όπως κάθε κριτής, έχω ευθύνη αν προβάλω ένα έργο που δυσαρεστεί το κοινό, π.χ. ένα βαριά βέβηλο έργο. Κι όμως παρουσιάζονται ιδιοφυείς δημιουργοί, που ξέρουν άριστα τους κανόνες, αλλά, θέλοντας να αποδώσουν τα πρωτόγνωρα συναισθήματα της εποχής τους, πρέπει να τους παραβούν. Ο Στραβίνσκι (Игорь Стравинский,), ο Πικάσο (Pablo Picasso), ο Μπρετόν ( André Breton) και πολλοί άλλοι παραβίασαν συνειδητά τους κανόνες και άνοιξαν καινούργιους δρόμους στην Τέχνη.
Κοντά στ΄ άλλα, υπάρχει και ο πειρασμός, στη βάση όσων έγραψα, ο δημιουργός να παρουσιάζει έργα που εικάζει ότι θα αρέσουν σε πολλούς, αντί να προσπαθεί να επικοινωνήσει μ΄ αυτούς συναισθηματικά. Στον αντίποδα, υπάρχουν καλλιτέχνες που εμφανίζουν έργα που απευθύνονται σε πολύ λίγους, εκλεκτούς. Τελικός κριτής είναι ο χρόνος.