Στην αυγή του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 2020 οι μακροοικονομικοί δείκτες της ελληνικής οικονομίας παρουσιάζουν μια εικόνα σταθεροποίησης ενώ ο ρυθμός ανάπτυξης γίνεται αντικείμενο πανηγυρισμών από την κυβέρνηση.
Η πραγματικότητα όμως, όπως βιώνεται στους δρόμους της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και της ελληνικής περιφέρειας από τη νέα γενιά, αφηγείται μια εντελώς διαφορετική ιστορία. Πίσω από τις αναβαθμίσεις των οίκων αξιολόγησης και τα νούμερα του ΑΕΠ, κρύβεται μια σκληρή, δομική κοινωνική κρίση: οι νέοι στην Ελλάδα, ηλικίας 16 έως 34 ετών, συγκαταλέγονται στους φτωχότερους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι νέοι της Ελλάδας
Ανατρέχοντας σε πρόσφατα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και της Eurostat ο καθαρός διάμεσος πλούτος ενός νέου στην Ελλάδα αγγίζει τα 9.900 ευρώ. Όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρωζώνη ξεπερνά τα 24.600 ευρώ και σε χώρες όπως η Μάλτα ή το Βέλγιο οι νέοι ξεκινούν την παραγωγική τους ζωή με περιουσίες που αγγίζουν ή ξεπερνούν τις 100.000 ευρώ, η Ελλάδα εμφανίζεται ως ένας ευρωπαϊκός ουραγός. Μια χώρα όπου η νεότητα δεν αποτελεί πλέον εφαλτήριο δημιουργίας, αλλά εισιτήριο για την οικονομική περιθωριοποίηση.
Η αγοραστική δύναμη στην Ελλάδα παραμένει καθηλωμένη στο 32% κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός στα βασικά αγαθά —τα τρόφιμα, την ενέργεια, τα καύσιμα— λειτουργεί ως ένας έμμεσος, οριζόντιος φόρος που εξανεμίζει τις όποιες θεσμικές αυξήσεις έχουν δοθεί στον κατώτατο μισθό τα τελευταία χρόνια.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το 30,0% των νέων (15-29 ετών) στην Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπο με τον άμεσο κίνδυνο της φτώχειας ή του κοινωνικού αποκλεισμού. Ακόμη πιο σοκαριστικός είναι ο δείκτης της σοβαρής υλικής και κοινωνικής στέρησης. Στην ηλικιακή ομάδα των νέων, το ποσοστό αυτό στην Ελλάδα εκτινάσσεται στο 14,7%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι μόλις 5,8%.
Σε ορισμένες χώρες, οι υψηλότεροι μισθοί, η προσιτή στέγη ή η στήριξη από την οικογένεια βοηθούν τα νεότερα νοικοκυριά να χτίσουν περιουσία νωρίτερα. Σε άλλες, οι περιορισμένες επαγγελματικές ευκαιρίες και το βαρύ κόστος στέγασης αφήνουν πολλούς με ελάχιστα, πέρα από μια μικρή αποταμίευση.
Η έρευνα της ΕΚΤ
Συγκεκριμένα, η διάμεση καθαρή περιουσία των ανθρώπων 16 έως 34 ετών στη ζώνη του ευρώ ανέρχεται σε 24.600 ευρώ, σύμφωνα με την Έρευνα για τα Οικονομικά των Νοικοκυριών και την Κατανάλωση (HFCS) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που δημοσιεύτηκε στα μέσα του 2026. Αυτό αντιστοιχεί μόλις στο 18% της συνολικής διάμεσης καθαρής περιουσίας, που είναι 140.100 ευρώ.
Η διάμεση καθαρή περιουσία κυμαίνεται από 5.700 ευρώ στη Φινλανδία έως 257.500 ευρώ στη Μάλτα, μεταξύ 22 ευρωπαϊκών χωρών για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.
Πέρα από τη σαφή εξαίρεση της Μάλτας, η καθαρή περιουσία των 16 έως 34 ετών υπερβαίνει τις 100.000 ευρώ μόνο στο Λουξεμβούργο (135.000 ευρώ). Το Βέλγιο καταλαμβάνει την τρίτη θέση, πολύ κοντά σε αυτό το επίπεδο, με περίπου 97.200 ευρώ.
Υψηλός πλούτος παρά τις χαμηλές αποδοχές
Ακολουθεί η Κροατία με 82.000 ευρώ. Πρόκειται για ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο, αν ληφθεί υπόψη η θέση της στις κατατάξεις καθαρών ετήσιων αποδοχών. Οι ετήσιες καθαρές αποδοχές για ένα άτομο χωρίς παιδιά ήταν στα 17.256 ευρώ στην Κροατία το 2025, σύμφωνα με την Eurostat. Η τιμή αυτή αφορά τον εθνικό μέσο όρο, όχι μόνο τις ηλικίες 16 έως 34 ετών.
Η διάμεση καθαρή περιουσία των 16 έως 34 ετών είναι επίσης υψηλή στη Σλοβακία (74.600 ευρώ), την Εσθονία (62.200 ευρώ), την Τσεχία (59.900 ευρώ) και τη Λιθουανία (59.600 ευρώ), παρότι οι ετήσιες καθαρές αποδοχές σε αυτές τις χώρες βρίσκονται πολύ κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Στις μεγαλύτερες οικονομίες της ΕΕ
Στις τέσσερις μεγαλύτερες οικονομίες της ΕΕ, η διάμεση καθαρή περιουσία των 16 έως 34 ετών είναι υψηλότερη στην Ιταλία, στα 53.500 ευρώ. Το ποσό αυτό είναι σημαντικά μεγαλύτερο από ό,τι στη Γαλλία (27.700 ευρώ) και την Ισπανία (23.700 ευρώ). Οι κάτω των 35 διαθέτουν τη χαμηλότερη καθαρή περιουσία στη Γερμανία, μόλις 17.600 ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι οι νέοι Ιταλοί έχουν τριπλάσια περιουσία από τους συνομηλίκους τους στη Γερμανία.
Στον πάτο της κατάταξης
Όπως είπαμε στη λίστα η η Ελλάδα είναι προτελευταία (9.900 ευρώ) με τη Φινλανδία (5.700 ευρώ) να βρίσκεται στο κάτω άκρο της κατάταξης. Η Αυστρία (13.400 ευρώ) και η Λετονία (16.900 ευρώ) βρίσκονται επίσης κάτω από τη Γερμανία (17.600 ευρώ), που είναι η πέμπτη χαμηλότερη συνολικά.
Η διάμεση καθαρή περιουσία των 16 έως 34 ετών ανέρχεται σε 23.900 ευρώ στην Ιρλανδία, 36.200 ευρώ στην Πορτογαλία, 36.300 ευρώ στην Ουγγαρία και 40.900 ευρώ στην Ολλανδία.
Θα πρέπει να σημειωθεί πως η ιστορικά, η ελληνική οικογένεια λειτουργούσε ως το άτυπο «κράτος πρόνοιας» που κάλυπτε τα κενά των επίσημων θεσμών. Ο πλούτος των προηγούμενων γενεών, κυρίως μέσω της μικροϊδιοκτησίας και του παραδοσιακού «κεραμιδιού», μεταβιβαζόταν στους νεότερους, εξασφαλίζοντάς τους ένα δίχτυ ασφαλείας. Σήμερα, αυτός ο μηχανισμός έχει υποστεί καθίζηση.
Η δεκαετής οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας απομείωσε δραματικά την περιουσία της ελληνικής μέσης οικογένειας. Οι γονείς της σημερινής γενιάς των 20 και 30 ετών είδαν τις αποταμιεύσεις τους να εξανεμίζονται, τις συντάξεις τους να περικόπτονται και τα ακίνητά τους να επιβαρύνονται με δυσβάσταχτους φόρους, όπως ο ΕΝΦΙΑ.
Κατά συνέπεια, η «γονική παροχή» που κάποτε επέτρεπε σε έναν νέο να ξεκινήσει τη ζωή του με ένα δικό του σπίτι ή ένα αρχικό κεφάλαιο για μια επιχείρηση, έχει μετατραπεί σε μεταβίβαση βαρών. Πολλές φορές, οι νέοι κληρονομούν χρέη, υποθηκευμένα ακίνητα ή φορολογικές εκκρεμότητες, γεγονός που μειώνει ακόμη περισσότερο τον καθαρό τους πλούτο.
Πηγή: in.gr