Αφιέρωμα του ταξιδιωτικού οδηγού Condé Nast Traveller σε βιβλία, ταινίες, μουσική και γαστρονομία που φέρνουν τον επισκέπτη νοητά στα ελληνικά νησιά, ακόμη κι εν μέσω καραντίνας

Κοντά στα ελληνικά νησιά από… απόσταση

Η Σύρος του Ρεμπέτικου, το ‘Απέραντο Γαλάζιο’ της Αμοργού και το κρασί της Σαντορίνης και της Τήνου

Αφιέρωμα στα ελληνικά νησιά και στους τρόπους που οι επισκέπτες από το εξωτερικό μπορούν να χαθούν στο “άρωμα Ελλάδας”, εν μέσω καραντίνας, κάνει ο μεγάλος Αμερικανικός ταξιδιωτικός οδηγός, Condé Nast Traveller.

Παρά το γεγονός ότι σταδιακά οι περιορισμοί των μετακινήσεων χαλαρώνουν, αρκετά σημεία της Ευρώπης και της Αμερικής βρίσκονται ακόμη υπό αυστηρή καραντίνα. Ο τουριστικός οδηγός Condé Nast Traveller, με εκατοντάδες χιλιάδες συνδρομητές και αναγνώστες στον κόσμο, φιλοξενεί ένα μη συμβατικό αφιέρωμα στα ελληνικά νησιά, δίνοντας την επιλογή στους αναγνώστες να νιώσουν κοντά στους αγαπημένους τους προορισμούς, μέσα από ταινίες, βιβλία, μουσική και γαστρονομία, έως ότου πλέον είναι ασφαλές να ταξιδέψουν.

Στο αφιέρωμα του οδηγού από την Ρέιτσελ Χάουαρντ, γίνεται αναφορά στην Αμοργό, τη Σαντορίνη, τη Μήλο (μέσω φωτογραφικού υλικού), τη Σύρο και την Τήνο.

«Η Ελλάδα ένα από τα ασφαλέστερα μέρη για διακοπές»

Το αφιέρωμα ξεκινά με μία αποθέωση της Ελλάδας ως τουριστικού προορισμού.

«“Η επίλεκτη των Θεών”. “Διαχρονική”. “Ζήσε το μύθο”. Οι τουριστικές καμπάνιες της Ελλάδας ποτέ σχεδόν δεν ξέφυγαν από τα κλισέ. Ωστόσο, είναι δύσκολο να βρει κανείς κάτι νέο να πει, για μία χώρα που έχει υπάρξει μούσα για τους αρχαίους τραγωδούς και τους αθεράπευτα ρομαντικούς για χιλιάδες χρόνια. Ίσως είναι ο συνδυασμός μεταξύ του μεγαλειώδους πολιτισμού και της χαλαρής γοητείας της, οι αρχαίοι μύθοι αμέσως τόσο οικείοι και περίεργοι, οι βαθιά ριζωμένες παραδόσεις και οι καταγάλανοι ορίζοντες», σημειώνεται.

«Κι έπειτα, φυσικά, υπάρχουν τα ελληνικά νησιά», συνεχίζει η Χάουαρντ. «Κάθε ένα από αυτά, ένας τέλειος μικρός κόσμος, όπου το άπλετο φως και η ζέστη χαμηλώνουν τους ρυθμούς της ζωής σε ένα υπνωτικό τέμπο. Και δεν υπάρχει τίποτε άλλο να κάνεις, παρά να πάρεις τους σκονισμένους δρόμους με ένα μηχανάκι, έως ότου φτάσεις σε κάποια έρημη παραλία και να κάτσεις στον ήλιο, μία ανάσα μέσα – μία ανάσα έξω, όπως η θάλασσα».

Επιπλέον, μνεία γίνεται στο αίσθημα ασφάλειας που μπορεί να παρέχει ως τουριστικός προορισμός η χώρα μας. «Παρά το γεγονός, ότι τα ελληνικά νησιά είναι κλειστά σε μη μόνιμους κατοίκους από τα μέσα Μαρτίου, οι περιορισμοί στη μετακίνηση σταδιακά χαλαρώνουν από τις 4 Μαΐου και η Ελλάδα ευελπιστεί να καλωσορίσει ξανά επισκέπτες από το εξωτερικό, από τον Ιούλιο. Χάρη σε μία έγκαιρη και αυστηρή καραντίνα, η Ελλάδα ξεπέρασε τα χειρότερα της πανδημίας και άρα φαίνεται να είναι ένα από τα ασφαλέστερα μέρη για διακοπές, μόλις ανοίξουν τα σύνορα. Μία ευλογία για την τουριστική βιομηχανία της Ελλάδας, που είναι τόσο ζωτικής σημασίας για την ήδη δοκιμαζόμενη από την κρίση οικονομία της».

Ως εκ τούτου, καταλήγει, πως «είτε ονειρεύεστε να γυρίσετε στο αγαπημένο σας ελληνικό νησί, είτε να ξεκινήσετε μία χαλαρή ‘οδύσσεια’ στο αρχιπέλαγος, αυτά τα βιβλία, οι ταινίες, τα τραγούδια και οι συνταγές θα σας κρατήσουν σε μία ανάλαφρη, ηλιόλουστη διάθεση».

Ταινίες

Όπως τονίζεται, «η Ελλάδα έχει ουκ ολίγες φωτογενείς τοποθεσίες για κινηματογραφικά γυρίσματα, οι οποίες έχουν μείνει στην ιστορία μέσα από τις ταινίες. Διώξτε την κατάθλιψη της απομόνωσης, τραγουδώντας μαζί με τη Μέριλ Στριπ, που τραγουδά δυνατά χιτ των Abba, μπροστά από ένα φόντο λαμπερής γαλάζιας θάλασσας στο Mamma Mia, το οποίο γυρίστηκε στη Σκόπελο και τη γραφική χερσόνησο του Πηλίου».

Επίσης, αναφορά γίνεται και στην Αμοργό, με τη σημείωση πως «το “Απέραντο Γαλάζιο” του Λυκ Μπεσσόν βασίζεται στην πραγματική ιστορία του αθλητή της ελεύθερης κατάδυσης Ζακ Μαγιόλ και έβαλε τον ηθοποιό Ζαν Μαρκ Μπαρ σε πολλές αφίσες, τη δεκαετία του ‘80. Ωστόσο το ήσυχο κυκλαδονήσι της Αμοργού είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής της ταινίας».

«Ο Άντονι Κουίν ερμηνεύει καταπληκτικά τον ατίθασο ‘Ζορμπά’, σε μία αληθοφανή κατάδυση στην Κρήτη του 1960. Το συρτάκι του Κουίν στο τέλος της ταινίας σε μία έρημη παραλία, ουσιαστικά συνοψίζει την αίσθηση απελευθέρωσης, που χαρίζουν οι διακοπές στα ελληνικά νησιά», συνεχίζει η Χάουαρντ, ενώ καταλήγει, πως «για μία στάση στην Ελλάδα του Σήμερα, σε συνδυασμό με αστείες ατάκες και διαφωνίες, μεταξύ του Στιβ Κούγκαν και του Ρομπ Μπράιντον, δείτε το ένα επεισόδιο μετά το άλλο της σειράς “Ταξίδι στην Ελλάδα”».

Μουσικές

Φυσικά, πρώτο στη λίστα του οδηγού για την μεταφορά της ελληνικής εμπειρίας στη μουσική, είναι το “Ποτέ την Κυριακή”.

«Για να φέρετε στο μυαλό σας τους ήχους του μπουζουκιού στις ταβέρνες που μυρίζουν γιασεμί, ακούστε το “Ποτέ την Κυριακή”, του Μάνου Χατζηδάκι, μέρος του Οσκαρικού soundtrack της ομώνυμης ταινίας του Ζυλ Ντασέν. Η ταινία έκανε σταρ τη Μελίνα Μερκούρη, ως μία πόρνη με κότσια, που γοητεύει έναν παλιομοδίτη, κλασσικιστή Αμερικανό».

Ωστόσο αμέσως μετά ακολουθεί η Σύρος και το ρεμπέτικο του Μάρκου Βαμβακάρη, το οποίο και προτείνει η Χάουαρντ. «Το ρεμπέτικο, γνωστό και ως η ελληνική μπλουζ, προσφέρει μία πιο λυπητερή μουσική που συνοδεύεται από τραγούδι αργά τη νύχτα και αναζωπυρώνεται με καραφάκια ρετσίνας. Ακούστε τη συλλογή “Μάρκος Βαμβακάρης: Ο Πατριάρχης του Ρεμπέτικου” και ξεκινήστε να σχεδιάζετε το επόμενο ταξίδι σας στην γενέτειρα του Βαμβακάρη, τη Σύρο».

Σε μία πιο σύγχρονη προσέγγιση, ο οδηγός προτείνει να «ανεβάσετε την ένταση και χορέψτε στο σαλόνι σας με τη “Μάντισσα”, της Ελληνοσουδανής τραγουδίστριας Μαρίνα Σάττη. Το χαρούμενο βίντεο κλιπ, που γυρίστηκε σε μία λήψη, ακολουθεί τη γεμάτη ζωντάνια Σάττη και τους φίλους της, που χορεύουν στους δρόμους του κέντρου της Αθήνας, όσο ξαφνιασμένοι πελάτες στις καφετέριες κοιτούν το θέαμα».

Γαστρονομία

«Η απόλαυση του ελληνικού φαγητού έγκειται τόσο στο σκηνικό, όσο και στα πολύ απλά υλικά. Ψητό χταποδάκι και λαχανικά σερβιρισμένα σε ένα τραπέζι καρφωμένο στην άμμο, ψαρόσουπα που φτιάχτηκε στην πρύμνη ενός ψαροκάικου, λιαστές ντομάτες που μάζεψε κάποιος από την πίσω αυλή του», σημειώνει ο οδηγός, ενώ η Χάουαρντ συνεχίζει, πως «μπορεί να μην μπορέσετε να αναπαραστήσετε την λάμψη του ηλιοβασιλέματος, ή το θαλασσινό αεράκι, αλλά μπορείτε να γευτείτε Ελλάδα, μέσα από τις συνταγές της σεφ Δέσποινας Σιαχούλη που δραστηριοποιείται στο Λονδίνο. Το μπριάμ της Δέσποινας (μία μίξη ψητών λαχανικών σε σάλτσα ντομάτας) μπορεί να φτιαχτεί με σχεδόν κάθε εποχιακό λαχανικό που βρίσκεται στο ψυγείο σας».

Τέλος, ειδική μνεία γίνεται και για το ελληνικό κρασί, απ’ όπου δεν θα μπορούσε να λείπει η αναφορά στη Σαντορίνη. «Δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε να πίνουμε ούζο κάπου αλλού εκτός από μία ακτή του Αιγαίου, μαζί με μερικές ελιές, παστή σαρδέλα και τραγανά καλαμαράκια (τα πλοκάμια είναι το νοστιμότερο μέρος). Τα ελληνικά κρασιά ταξιδεύουν πολύ καλύτερα και δίνουν μία γερή δόση καλοκαιρινού μπρίο στο τραπέζι σας. Τίποτε δεν φέρνει στο νου περισσότερο λευκές αυλές και φαγητό στην ακρογιαλιά, όπως ένα κρύο ποτήρι Ασύρτικο, ο καρπός – σήμα κατατεθέν της Σαντορίνης. Τα νησιά της Κρήτης, της Τήνου και της Κεφαλλονιάς, κερδίζουν έδαφος μεταξύ των γευσιγνωστών του κρασιού».

Το κείμενο συνοδεύει μικρό βίντεο, με τα 23 καλύτερα ελληνικά νησιά, όπως αυτά προέκυψαν από τους αναγνώστες του Condé Nast Traveller το 2019, μεταξύ των οποίων αρκετά νησιά των Κυκλάδων.



 

Περιγραφή βίντεο

(1) - Κοντά στα ελληνικά νησιά από… απόσταση