Δημήτρης Αντ. Σιδερής, ομ΄καθηγητής καρδιολογίας

Απειλή

Από τον καιρό του Ραδάμανθυ, ή και του Χαμουραμπί, έγινε αποδεκτό ότι ένας φόνος δεν τιμωρείται αν έγινε από άμυνα. Σήμερα θεωρείται ότι άμυνα είναι η αναγκαία προσβολή του επιτιθέμενου στην οποία προβαίνει το άτομο, για να υπερασπισθεί τον εαυτό του ή άλλον από άδικη και παρούσα επίθεση που στρέφεται εναντίον τους (Ποινικός κώδικας, άρθρο 22). Πραγματικά, αν δεν αμυνθεί κάποιος σε μια τέτοια επίθεση, δεν αποσοβείται το αποτέλεσμα της επίθεσης, απλώς αλλάζει το θύμα. Ωστόσο, παραμένουν ακόμη σήμερα ασαφή σημεία. Ο όρος «άδικη» είναι τόσο σαφής όσο οι νόμοι. Ωστόσο σε μια κατεπείγουσα κατάσταση, όπως είναι ο πόλεμος, δεν παρέχεται χρόνος για να αποδειχθεί αν μια επίθεση είναι άδικη ή όχι. Αν δεν προλάβω να σκοτώσω τον αντίπαλο, θα με σκοτώσει αυτός. Ως προς τον όρο «παρούσα» επίσης υπάρχει αμφισβήτηση. Ένα δικαστήριο καταδικάζει σε θάνατο κάποιον που έχει αποδεδειγμένα διαπράξει ένα έγκλημα, μεταξύ άλλων και επειδή εικάζεται ότι αυτός είναι πιθανότερο να ξανακάνει έγκλημα. Αλλά αυτό δεν είναι άμυνα των δικαστών ή της κοινωνίας. Η πράξη του κατηγορουμένου είναι άδικη, αλλά, όταν δικάζεται ή εκτελείται, δεν υπάρχει παρούσα επίθεση. Παραπέρα υπάρχει κι άλλη ασάφεια. Όταν βρίσκομαι αντιμέτωπος σε μια απειλή άδικη και παρούσα, είναι η αντίδρασή μου άμυνα; Η απειλή είναι λεκτική, έκφραση, δεν είναι επίθεση, πράξη. Το θέμα τώρα επεκτείνεται και σε πολιτικό επίπεδο. Θα εξετάσω άσχετα μεταξύ τους παραδείγματα, σε ποικίλα επίπεδα. 

Η γειτονική μας χώρα έχει ψηφίσει νόμο πως αν εκτείνουμε την αιγιαλίτιδα ζώνη μας στα 12 μίλια, αυτό είναι αιτία (ή αφορμή) πολέμου (casus belli). Ετοιμάζει μάλιστα νόμο (Γαλάζια πατρίδα) για να ισχυροποιήσει τον προηγούμενο. Ο ηγέτης της έχει επανειλημμένα άμεσα και έμμεσα διακηρύξει πως «εμείς δεν απειλούμε κανέναν αν δεν μας απειλήσει». Ποιος αποφασίζει όμως αν η χώρα του απειλείται; Αν το αποφασίζει η ίδια τότε το επιχείρημα για την ύπαρξη άμυνας καταρρέει, αυτοδιαψεύδεται: Ο ίδιος αποφασίζει ο ίδιος πράττει. 

Αντιμετωπίζω τελευταία μιαν «απειλή». Υποστηρίζω γραπτά την «ιδανική» φωνητική γραφή. Η άποψή μου δεν αφορά κάποιο πρόσωπο, αλλά μια υφιστάμενη κατάσταση. Κάποιος αναγνώστης μου που διαφωνεί μου ζήτησε να μην του στέλνω την άποψή μου. Το απόλυτα λογικό αίτημά του όμως συνοδεύεται από την πρόταση: «…διαγράψτε με αμέσως ἀπό τὸν πίνακα ἀποδεκτῶν τῶν ἀπαρχαιωμένων –παραπάνω ἀπὸ ἕναν αἰώνα– μηνυμάτων σας! Τὴν ἑπόμενη φορὰ ποὺ θὰ μὲ ἐνοχλήσετε μὲ παρόμοιους λήρους, θὰ πρέπει νὰ κινήσω διαδικασία ἀναγραφῆς σας στὸν κατάλογο ἀνεπιθυμήτων προσώπων». Αυτό το εκλαμβάνω σαν απειλή. Είναι; Φυσικά ΔΕΝ είναι απειλή, αν και λεκτικά μοιάζει. Δεν είναι απειλή, διότι έχει ο άλλος κάθε δικαίωμα να κάνει ό,τι λέει, χωρίς να θίγει εμένα. Το να με αναγράψει στον κατάλογο ανεπιθύμητων προσώπων δεν με αφορά. Εκείνος κάνει ό,τι θέλει στους καταλόγους που διατηρεί. Φυσικά με δυσαρεστεί, αλλά απειλή δεν είναι. 

Πολιτικά, στους Ουκρανούς παρέσχαμε βοήθεια όχι μόνο ανθρωπιστική, που σώζει ζωές, αλλά και οπλική που αφαιρεί ζωές από τους αντιπάλους τους Ρώσους. Και αυτοί μας κατέγραψαν στον κατάλογο των εχθρών τους. Αυτό με δυσαρεστεί πολύ. Σε όλους τους μεγάλους πολέμους υπήρξαμε σύμμαχοι με τους ομόδοξους Ρώσους, αλλά δεν αποτελεί απειλή. Δεν είπαν πως θα κάνουν κάτι εναντίον μας. Ένα άλλο πανίσχυρο κράτος διαμήνυσε σε άλλο ένα τελεσίγραφο. Αν ως την τάδε ημερομηνία και ώρα δεν κάνει το άλλο κάτι, θα το χτυπήσει τόσο που θα το «μετανιώσει». Αυτό ήταν απειλή βέβαια. Το «αν δεν κάνεις…» προαναγγέλλει πράξη εναντίον του μη συμμορφούμενου. Η φασιστική Ιταλία μας απείλησε τελεσιγραφικά και άρχισε την επίθεση πριν λήξει το τελεσίγραφο. 

Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τις απειλές. Ό,τι κάνουμε όμως οφείλει να είναι στα πλαίσια των δικών μας δυνατοτήτων, πολιτικά πάνω στη δική μας επικράτεια. Για παράδειγμα στην απειλή για την επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης μας δεν επεκτείνομε την κυριαρχία μας αν δεν έχουμε εξοπλιστεί στο μεταξύ επαρκώς για να αντιμετωπίσουμε την άδικη απειλή, αν γίνει παρούσα, αν από φραστική γίνει πράξη. Στο μεταξύ, μαζί με τον εξοπλισμό μας κάνομε κάθε τι άλλο που μας θωρακίζει. Για παράδειγμα (ξανα)εποικίζομε τα απειλούμενα νησιά μας αναπτύσσοντας οικονομική δραστηριότητα πάνω τους, όπως παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας εκμεταλλευόμενοι, αν είναι φαλακρά, τους ανέμους, τον ήλιο και τα κύματα και βιολογικής ενέργειας με θαλασσοκαλλιέργειες ιχθύων, οστράκων, μαλακίων κλπ. Η συγκέντρωση πληθυσμού στις μεγαλουπόλεις δεν οφείλεται στην αστυφιλία των πολιτών. Απλώς αυτοί ακολουθούν την πορεία της οικονομίας που προγραμματίζεται από τους ιθύνοντες. Εγκαθιστούμε πάνω στα νησιά σταθμούς ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς για να αποδομούμε στη γλώσσα των γειτόνων τα άδικα επιχειρήματά τους. Σε διεθνείς οργανισμούς τονίζομε την άδικη απειλή τους εμποδίζοντας, όσο γίνεται, τις επαφές τους με την απειλητική γείτονα κλπ. 

Ως προς το σαν απειλή μήνυμα που δέχθηκα έγραψα ήδη ότι δεν είναι απειλή, έστω και αν μοιάζει. Χαρακτηρίζει τα μηνύματά μου απαρχαιωμένα. Ο ίδιος ο αποστολέας του μηνύματος κάνει λάθη. Απευθύνεται σε άλλο όνομα. Χρησιμοποιεί απαρχαιωμένο – πριν από μισόν αιώνα – τρόπο γραφής, γράφοντας με το πολυτονικό σύστημα που έχει καταργηθεί. Υπενθυμίζω ότι η κατάργηση του πολυτονικού δεν έγινε με επιβολή ποινής σε όποιον το χρησιμοποιούσε, αλλά με κατάργηση της υποχρεωτικής χρήσης των πολλαπλών τόνων, πνευμάτων, υπογεγραμμένης. Η εφημερίδα Εστία εξακολουθεί να γράφει πολυτονικά. Ούτε κανέναν ενοχλεί ούτε από κανέναν ενοχλείται. Η δική μου τοποθέτηση είναι παρόμοια. Να μην επιβληθεί υποχρεωτικά η ιδανική φωνητική γραφή (Μανώλης Τριανταφυλλίδης, Γραμματική Δημοτικού 1941). Απλώς να πάψει να επιβάλλεται ποινικά η παράλογη απαρχαιωμένη – από χιλιάδες χρόνια – ορθογραφία. Γράφω ποινικά, διότι αν δεν είμαι ορθογράφος, κατεβαίνουν οι βαθμοί μου στο σχολείο, δυσχεραίνονται η εισαγωγή μου σε ΑΕΙ, η πρόσληψή μου ως υπαλλήλου δημόσιου ή ιδιωτικού, δέχομαι οιονεί απειλές. Παράλληλα – το έχω ξαναγράψει - θα πρέπει να διδάσκεται η ανάγνωση – όχι η γραφή – της αρχαίας γραμματείας τουλάχιστον ως την εποχή της κοινής Ελληνικής, των Ευαγγελίων, υποχρεωτικά. Δεν πρέπει να αποποιηθούμε τη μοναδική πανάρχαια γραμματειακή κληρονομιά μας. 

Επεκτάθηκα στην ανάπτυξη πολιτικών, κοινωνικών, προσωπικών και γλωσσικών παραδειγμάτων για να δείξω τη δυσκολία κατανόησης της απειλής και του τρόπου αντιμετώπισής της. Η απειλή είναι μόνο φραστική, δεν συνοδεύεται από πράξη εναντίον άλλου. Μπορεί να συνοδεύεται από πράξεις που αφορούν μόνο τον απειλούντα. Και η απάντηση σ΄ αυτήν είναι αντίστοιχα πράξεις που δεν στρέφονται κατά του απειλούντα, αλλά αφορούν τον απειλούμενο ή τρίτους. Μια βεντέτα πράξεων γίνεται ίσως βεντέτα λεκτικών απειλών. 

Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθέστε την «ΚΓ» ως προτιμώμενη πηγή στην Google