Θεωρείται γενικά πως η δημοκρατία είναι το καλύτερο πολίτευμα. Όλα τα άλλα είναι ολοκληρωτισμοί. Βέβαια αυτό που ονομάζομε συνήθως «δημοκρατία» ΔΕΝ είναι δημοκρατία, είναι ολιγαρχία, ρεπούμπλικα. Εμείς, πονηρά, το καθεστώς μας το βαφτίσαμε εδώ «Προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία», ενώ διεθνώς «Hellenic Republic». Ο Άρχοντας των Ορισμών, ο Αριστοτέλης έδωσε σαφέστατα τον ορισμό της δημοκρατίας: «Λέγω δ΄ οἷον δοκεῖ δημοκρατικὸν μὲν εἶναι τὸ κληρωτὰς εἶναι τὰς ἀρχὰς, τὸ δ΄ αἱρετὰς ὀλιγαρχικὸν». Ειδοποιό διαφορά μεταξύ δημοκρατίας και ολιγαρχίας επέλεξε τον τρόπο επιλογής των αρχόντων, με κλήρωση στη δημοκρατία, με εκλογή στην ολιγαρχία. Τονίζει μάλιστα αλλού πως το τελευταίο είναι επικίνδυνο «Ἒχει δὲ καὶ περὶ τὴν αἳρεσιν τῶν ἀρχόντων τὸ ἐξ αἱρετῶν αἱρετούς ἐπικίνδυνον».
Η δημοκρατία έχει τα μειονεκτήματά της. Δεν ήταν δυνατό για θέσεις που απαιτούν ιδιαίτερες γνώσεις και πείρα να κληρώνονται οι άρχοντες. Γι΄ αυτό στην αρχαιότητα οι «στρατηγοί» εκλέγονταν. Μαζί με αυτούς και κάποιοι άλλοι, συνολικά ένα ασήμαντο ποσοστό των αρχόντων. Άλλο μειονέκτημα ήταν ότι «πολίτες», δεν ήταν όλοι οι κάτοικοι. Εξαιρούνταν δηλαδή οι γυναίκες, τα παιδιά, οι μέτοικοι, οι δούλοι. Από τους περίπου 300 000 κατοίκους της Αττικής, πολίτες ήταν μόνο, περίπου, 30 000. Άλλο μειονέκτημα ήταν ότι οι Αθηναίοι ήταν ηγεμόνες μεταξύ των συμμάχων τους, αντί να έχουν δημιουργήσει μια ευρεία ομοσπονδία με δημοκρατικά χαρακτηριστικά (κλήρωση βουλευτών και δικαστών, εκλογή της κυβέρνησης). Αυτό σήμαινε, μεταξύ των άλλων, πως ένα μέρος των αμυντικών δυνάμεών τους σπαταλιόταν για να τους προστατεύει από τυχόν επαναστάσεις των δούλων (όπως στο Λαύριο) και των συμμάχων. Στους συμμάχους πρόσφεραν προστασία από, π.χ. πειρατές (τρομοκράτες θα λέγαμε σήμερα), έναντι αμοιβής με την οποίαν κατασκεύαζαν στόλο που ηγεμόνευε πάνω σ΄ αυτούς, ένα είδος μαφιόζικης προστασίας δηλαδή. Σήμερα, οι γυναίκες έχουν ίση ψήφο με τους άντρες. Η δουλεία έχει καταργηθεί. Το ζήτημα των μετοίκων, περιλαμβάνοντας μετανάστες και μειονοτικούς, δεν έχει λυθεί. Το τίμημα για την πρόοδο είναι συρρίκνωση στην έκφραση της βούλησης του λαού από διαρκή για κάθε απόφαση της πολιτείας σε μια στιγμή κάθε 4 περίπου χρόνια, όταν εκλέγουν οι πολίτες μεταξύ προεπιλεγμένων από τα κόμματα (που υπάρχουν και εξαρτώνται από οικονομικούς κυρίως παράγοντες). Παρ΄ όλα τα παραπάνω, το όραμα της δημοκρατίας παραμένει ως το ύψιστο πολιτικό αγαθό. Μένει όμως το πρόβλημα πώς εγκαθίσταται μια δημοκρατία ή πώς αντικαθιστά μια προϋπάρχουσα ολιγαρχία.
Αρχικά πρέπει να παγιωθεί η πίστη μας στη δημοκρατία. Θα το αντιμετωπίσω σε δύο τουλάχιστον άρθρα. «Μα μπορούν να μας κυβερνούν τυχαίοι, αδαείς;» Αλλά οι βουλευτές και δικαστές δεν κυβερνούν, η κυβέρνηση κυβερνά. Οι βουλευτές νομοθετούν αν θέλουν ή όχι να γίνει νόμος ένα σχέδιο που εισηγείται η κυβέρνηση των έμπειρων επαϊόντων. Και οι (ποινικοί) δικαστές, χωρίς να χρειάζονται γνώση νόμων, αποφασίζουν αν ένας κατηγορούμενος είναι ένοχος ή όχι μιας παράνομης πράξης. Υπενθυμίζω (Αριστοτέλης): «Ἓκαστος μὲν χείρων κριτὴς τῶν εἰδότων, ἃπαντες δὲ συνελθόντες ἢ βελτίους ἢ οὐ χείρους» Καθένας είναι χειρότερος από τους επαΐοντες, όλοι μαζί όμως εφόσον διαβουλεύονται είναι ή καλύτεροι ή όχι χειρότεροι. «Μα ο λαός είναι όχλος», λένε κάποιοι. Όχι βέβαια. Ο ίδιος λαός ανοργάνωτος, οσοδήποτε εκλεκτός κι αν είναι καθένας που τον αποτελεί, είναι πραγματικά όχλος. Μιμείται άκριτα το διπλανό του ή κάποιον επιδέξιο δημαγωγό. Αν είναι όμως οργανωμένος, γίνεται δήμος. Ο δήμος είναι πολιτικό σώμα που συγκροτείται με ορισμένους κανόνες. Οι κανόνες καθορίζουν αυστηρά ποιος έχει το δικαίωμα να συγκαλέσει το λαό, ποια θέματα είναι να συζητήσει ο λαός και πώς θα πάρει τις αποφάσεις του. Τους κανόνες αυτούς τους έχει θεσπίσει από την αρχή ο ίδιος ο λαός σε μεγάλη γενική συνέλευση (π.χ. δημοψήφισμα) γι΄ αυτό ακριβώς το θέμα και με τη μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή και αποδοχή.
Σε έκτακτες καταστάσεις (π.χ. πόλεμος, χρεωκοπία κλπ) απαιτείται ταχύτατη, άμεση, δράση. Η δημοκρατία έχει χρονοβόρες διαδικασίες. Σε τέτοιες περιπτώσεις όμως μπορεί η δημοκρατία να εκχωρεί στην εκτελεστική εξουσία δικαιώματα που κανονικά την περιορίζουν, αλλά με τους όρους ότι αφενός αυτή η εξουσία λήγει αυτόματα σε προκαθορισμένο χρόνο ή μόλις εξαλειφθούν τα αίτια, και αφετέρου ποτέ δεν αφορά το σύνολο της εξουσίας, αλλά μόνο συγκεκριμένες περιορισμένες δραστηριότητες.
Εντάξει, ας πούμε πειστήκατε. Κακά τα ψέματα. Το κόστος για τη μετάβαση από την ολιγαρχία στη δημοκρατία είναι ανυπολόγιστο. Το αντέχομε; Οι λίγοι βολεμένοι με το παρόν καθεστώς έχουν κάνει νόμους που τους δίνουν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν βία για κάθε προσπάθεια να αλλάξει το καθεστώς. Ανάμεσα στα άλλα, ελέγχουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης που ονομάζουν όπως θέλουν την προσπάθεια, π.χ. διαδίδουν ότι οι διαμαρτυρόμενοι είναι τρομοκράτες, συμμορίτες, ή όπως αλλιώς θέλετε, πέστε τους. Και αντιστρόφως. Εκείνοι που είχαν χαρακτηριστεί τρομοκράτες στη Συρία, έγιναν εξουσία που συζητά νόμιμα με εκείνους που τους είχαν ονομάσει και αντιμετωπίσει ως τρομοκράτες. Φυσικά θα αντιδράσουν οι απλώς βολεμένοι, δηλαδή οι πολλοί που είτε κερδίζουν από την κατάσταση (οι λιγότεροι) είτε έχουν συμβιβαστεί προτιμώντας να βρίζουν παρά να αγωνίζονται για να την αλλάξουν.
Κακά τα ψέματα. Οι βολεμένοι είναι κύριοι της παράνομης, αλλά και της έννομης βίας. Την ώρα της βίας δεν ξεχωρίζουν. Μη βίαιη αντίσταση υπάρχει: Καμιά επικοινωνία με το βιαστή.
«Στο σπίτι του κ. Έγκε, που είχε μάθει να λέει όχι, ήρθε μια μέρα, τον καιρό της παρανομίας, ένας πράκτορας και του παρουσίασε ένα χαρτί που το είχαν εκδώσει αυτοί που κυριαρχούσαν στην πόλη. Ετούτο το χαρτί έλεγε ότι στον πράκτορα αυτόν θ΄ ανήκε κάθε σπίτι όπου θα πατούσε το πόδι του, το ίδιο και κάθε φαγητό που θα ζητούσε. Θάπρεπε ακόμα να τον υπηρετεί και κάθε άνθρωπος που θ΄ αντάμωνε.
Ο πράκτορας κάθισε σε μια καρέκλα, ζήτησε φαγητό, πλύθηκε, πλάγιασε, και προτού κοιμηθεί ρώτησε τον κ. Έγκε με το πρόσωπο στον τοίχο: Θα με υπηρετείς;
Ο κ. Έγκε τον σκέπασε με την κουβέρτα, έδιωξε τις μύγες, κάθισε δίπλα στο προσκεφάλι του, κι όπως εκείνη τη μέρα τον υπάκουσε άλλα εφτά χρόνια. Ό,τι κι αν έκανε όμως για δαύτον ένα πράγμα απόφυγε πάντα να κάνει: δεν τούπε ποτέ μια λέξη. Σαν πέρασαν τα εφτά χρόνια κι ο πράκτορας χόντραινε από το πολύ φαΐ, τον ύπνο και τις διαταγές – πέθανε. Ο κ. Έγκε τον τύλιξε τότε στην ξεφτισμένη κουβέρτα, τον έσυρε έξω από το σπίτι, έπλυνε το στρώμα, άσπρισε τους τοίχους, ανάσανε βαθιά κι αποκρίθηκε: Όχι.» (Μπρεχτ, Bertold Brecht).