Με τη φαντασία εννοούμε το σχηματισμό νέων παραστάσεων, που δεν προήλθαν από διέγερση κάποιων από τις αισθήσεις μας. Δύσκολο να κατανοηθεί.
Οι παραστάσεις μας έχουν ποικίλες πηγές. Η πιο προφανής είναι εκείνη που προκύπτει από εξωτερικά ερεθίσματα που εισάγονται στον εγκέφαλο και στο πνεύμα μας διαμέσου των αισθητηρίων μας. Μπορεί να είναι τυχαία τα ερεθίσματα ή εστιασμένα, με στραμμένη την προσοχή μας από ένα σκοπό. Άλλη είναι εκείνη που ανακύπτει με ανάκληση από τη μνήμη, όπου έχει αποθηκευθεί από παλιότερες εμπειρίες. Πάλι τυχαία ή εστιασμένα από ένα σκοπό. Και σ’ αυτή την περίπτωση ο ρόλος του έξω κόσμου, που εισήλθε μέσα μας και αποθηκεύθηκε στη μνήμη μας είναι σημαντικός. Αξίζει να σημειωθεί ότι η σύγχρονη έρευνα έχει δείξει ότι οι δραστηριοποιήσεις της μνήμης και της φαντασίας συνδέονται με υπεραιμάτωση των ίδιων περιοχών του εγκεφάλου. Υπάρχει όμως και μια τρίτη πηγή χωρίς είσοδο πληροφορίας από τον έξω κόσμο. Οι τελευταίες εικόνες γεννιόνται μέσα μας αυτόματα σαν από ταλάντωση. Είναι όπως η ζυγαριά δείχνει κάποιο νούμερο όταν τοποθετούμε πάνω της ένα βάρος, ενώ το ρολόι δείχνει κάποιο νούμερο χωρίς να επενεργούμε πάνω του: το ρολόι είναι ταλαντωτής. Αισθήματα όπως η πείνα, η δίψα, η έπειξη, ο ερωτικός πόθος κλπ έχουν αυτοματισμό, περιοδικότητα και διεγερσιμότητα. Ανά τακτά διαστήματα θέλομε να φάμε, να πιούμε να ουρήσουμε, να κάνουμε έρωτα. Στο ενδιάμεσο, αν έχει παρέλθει λίγη ώρα από τη σωματική πράξη, ένα κατάλληλο εξωτερικό ερέθισμα μπορεί να επισπεύσει την επέλευση της θέλησής μας να ενεργήσουμε. Από στοιχεία όλων αυτών των πηγών που διαπλέκονται μεταξύ τους οικοδομούνται οι παραστάσεις της φαντασίας. Στα όνειρα έχομε την απόλυτη φαντασία χωρίς πληροφόρηση από τις αισθήσεις μας. Στην εγρήγορση ελέγχονται οι παραστάσεις μας και από εξωτερικά ερεθίσματα.
Η φαντασία δεν έχει όρια. Αποτελεί τον ορίζοντα του νοητού Εγώ που έτσι έχει απεριόριστη ελευθερία. Αντίθετα, το αισθητό Εγώ έχει όρια τους φυσικούς νόμους και το κοινωνικό Εγώ τους κοινωνικούς.
Οι διεγέρσεις των αισθήσεών μας μαζί με τις ανταποκρίσεις μας αποτελούν το αντανακλαστικό τόξο. Τα αντανακλαστικά μας μπορούν να είναι συγγενή ή επίκτητα, (εξαρτημένα). Οι άνθρωποι σχηματίζομε και δευτεροβάθμια εξαρτημένα αντανακλαστικά που βασίζονται όχι μόνο στα συγγενή, αλλά και σε προσχηματισμένα πρωτοβάθμια εξαρτημένα αντανακλαστικά. Παράδειγμα φαντασίας που προκύπτει από την ψυχολογική ταλάντωση του συναισθήματος και της βούλησής μας είναι το: «όποιος πεινά, ψωμιά θωρεί».
Η φαντασία σχετίζεται στενά με την πίστη και την έμπνευση. Στη φαντασία το άτομο αναγνωρίζει την αναντιστοιχία μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, ενώ στην πίστη δεν την αναγνωρίζει. Αντίθετα, η πίστη εκλαμβάνεται ως πραγματική αλήθεια και, επομένως, μπορεί να οδηγεί σε πράξη, σαν να επρόκειτο για γνώση. Φυσικά, τα όρια δεν είναι εντελώς σαφή. Στη σχιζοφρένεια, το άτομο αδυνατεί να ξεχωρίσει τις φανταστικές παραστάσεις του από εκείνες που προέρχονται από τον εξωτερικό κόσμο. Αλλά και σε ψυχολογικά υγιή άτομα είναι δυνατή η σύγχυση. Φανταζόμαστε ότι θα γίνει σεισμός, πόλεμος, οικονομική κρίση, καταστροφή και αντιδρούμε σαν να ήταν γεγονότα: φόβος ως τον πανικό. Και σπεύδομε να ξοδέψουμε μια περιουσία για να χτίσουμε αντισεισμικές κατοικίες, να κάνουμε προμήθειες που να μας καλύπτουν για πολύμηνες ανάγκες, να τρέχουμε στα ΑΤΜ, να παίρνουμε κάθε είδους παράλογες προφυλάξεις για φανταστικές μελλοντικές καταστροφές. Φυσικά, όποτε υπάρχει πραγματική απειλή, είναι αδύνατο να προβλέψουμε ποια θα είναι – το μέλλον είναι πάντοτε αβέβαιο – και τα μέτρα που παίρνομε μπορεί να είναι αυτά τα ίδια καταστροφικά περισσότερο από τη φανταστική απειλή. Παρόμοια καταστροφική μπορεί να είναι η φαντασία για επικείμενη ευνοϊκή εξέλιξη: φρούδα ελπίδα, που οδηγεί σε παράλογη σπατάλη.
Για να αποτραπεί η εξέλιξη της φαντασίας σε πίστη που μπορεί να οδηγήσει σε παράλογες ενέργειες, απαιτείται συνεχής έλεγχος από το λόγο. Δεν μπορεί να είναι απόλυτος αυτός ο έλεγχος, διότι αφορά στο μέλλον. Το μόνο βέβαιο για το μέλλον είναι πως, αν σήμερα είναι Τρίτη, αύριο είναι Τετάρτη. Ποτέ δεν είμαστε απόλυτα βέβαιοι ότι ο φόβος της απειλής είναι λογικά εδραιωμένος ή παρανοϊκός, απότοκος φαντασίας.
Από την επεξεργασία εξωτερικών ερεθισμάτων, αναμνήσεων και εικόνων από τις ψυχοσωματικές ταλαντώσεις μας προκύπτουν πρωτότυπες παραστάσεις που μπορούν να έχουν σημαντικές συνέπειες, τόσο στην τέχνη, όσο και στην επιστήμη. Αυτή είναι η έμπνευση.
Η έμπνευση, καλλιτεχνική ή επιστημονική, προκύπτει συνήθως όταν η συνιστώσα της φαντασίας είναι κατευθυνόμενη από κάποιο σκοπό. Ωστόσο, η φαντασία μπορεί να είναι μερικές φορές πιο σημαντική από τη γνώση, για τη δημιουργία, επισημαίνει ο Einstein.
Η φαντασία για το μέλλον, καθώς μπορεί να συνδέεται στενά με την πίστη για το τι μπορεί να συμβεί, οδηγεί στη δημιουργία σεναρίων. Κι αυτά μπορούν να οδηγήσουν, όπως υποδείχθηκε ήδη, σε παράλογες πράξεις για την ανταπόκριση σε παράλογους φόβους ή ελπίδες. Ο Φιλόστρατος έλεγε: «Θεοί μέν γάρ μελλόντων, ἂνθρωποι δέ γιγνομένων, σοφοί δέ προσιόντων αἰσθάνονται. Ο «σοφός» άνθρωπος οφείλει να μην παρασύρεται από τη φαντασία του για να αντιμετωπίσει το μέλλον. Να γνωρίζει ότι είναι αδύνατο να το προβλέψει, μπορεί όμως να αισθανθεί τα επερχόμενα. Κι αυτό γίνεται με προσεκτική μελέτη των γεγονότων. Σ΄ αυτό το σημείο παίζει ρόλο η προκατειλημμένη πίστη που όχι σπάνια, ιδίως στην πολιτική, καλλιεργείται κατάλληλα (προπαγάνδα). Είναι προφανές ότι κάθε τι που γίνεται έχει ένα τίμημα. Οι παρουσιαστές του οράματος το εμφανίζουν όμορφα στολισμένο, αποσιωπώντας το τίμημα. Οι αντιπολιτευόμενοι από την άλλη, κλείνουν τα μάτια στο όραμα και παρουσιάζουν όσο πιο μεγεθυσμένο μπορούν το τίμημα, την καταστροφή που θα επέλθει, αν επιλέξουμε τούτο ή εκείνο.
Η ψύχραιμη στάση μελετά τα στοιχεία που υπάρχουν. Γνωρίζει ότι αυτά είναι ατελή και ότι την πορεία τους δεν μπορεί να την προβλέψει με ασφάλεια. Ενώνει νοερά τα σημεία όπου έχει γνώση από εμπειρία και σχηματίζει μια αδρή εικόνα της τροχιάς που ακολουθεί η τρέχουσα ιστορία. Επεκτείνει τώρα την τροχιά αυτή στο μέλλον. Είναι εξαιρετικά αβέβαιο πώς θα εξελιχθεί η ιστορία στο μέλλον, αλλά μπορούν να προβλεφθούν με σημαντικές πιθανότητες τα «προσιόντα». Όταν έχει αναλογισθεί η ψύχραιμη στάση τι ήδη έχει συμβεί, μπορεί να εκτιμήσει τα προβαλλόμενα οράματα και το επισειόμενο τίμημα που θα πληρώσει. Και να κρίνει. Προπάντων, πρέπει να έχει καταλήξει βαθιά μέσα του σε κάποιο σκοπό. Τον φέρνει πιο κοντά στο δικό τους σκοπό το όραμα; Το τίμημα μήπως είναι τόσο βαρύ που τον απομακρύνει από το δικό του σκοπό;