Σε κάθε κοινωνία, ζώων και ανθρώπων, τα μέλη τους επικοινωνούν μεταξύ τους. Η επικοινωνία γίνεται με ποικίλους τρόπους, με πράξεις και με σύμβολα πράξεων, όπως είναι, για μας τους ανθρώπους, η ομιλία. Στην επικοινωνία, καθένας σχολιάζει ή ερωτά ή και διατάζει. Η επικοινωνία ενέχει λογικά στοιχεία, αλλά και άλλα, συναισθηματικά και βουλητικά, γύρω από τη λογική.
Διάβαζα στις ειδήσεις ότι ο Τούρκος πρόεδρος καλεί τον Έλληνα πρωθυπουργό να συζητήσουν για να λύσουν τις διαφορές τους. Δήλωσε ακόμη ότι η απειλή πολέμου, το casus belli, που έχει γίνει νόμος στην Τουρκία αν επεκτείνουμε τα χωρικά μας ύδατα στα 12 μίλια, όπως μας δίνει το δικαίωμα το διεθνές δίκαιο, είναι ασήμαντο ζήτημα, που οι περισσότεροι Τούρκοι δεν το γνωρίζουν. Άρα, γιατί να μας απασχολεί; Καλό είναι να συζητάμε τις διαφορές μας. Μόνο που συζήτηση κάτω από απειλές για πόλεμο δεν συμβιβάζονται. Η γειτονική μας χώρα είναι πάνω από 8πλάσια από εμάς σε έκταση, πληθυσμό, οικονομία, με μεγάλη πολεμική βιομηχανία, η δεύτερη ισχυρή χώρα στην κοινή συμμαχία μας, το ΝΑΤΟ, όπως είπε νομίζω ο Αμερικανός πρόεδρος. Αν αρνηθεί ο πρωθυπουργός μας, δείχνει ότι δεν θέλει ειρηνική λύση των προβλημάτων μας που την επιζητεί ο Ερντογάν. Κι αν τη δεχτεί, θα συζητήσει από μειονεκτική θέση. Τι να κάνει;
Το πρώτο που θα έλεγα είναι ότι τη συζήτηση έπρεπε να πάρουμε εμείς την πρωτοβουλία να τη ζητήσουμε, δείχνοντας εμείς πως επιθυμούμε την ειρήνη. Να προτείνουμε να συζητήσουμε πάνω στο μόνο θέμα που αναγνωρίζομε πως έχομε διαφορές, τον καθορισμό των θαλάσσιων ζωνών. Αν αρνηθούν, έχουν αυτοί το πρόβλημα. Τώρα πρέπει να ανταποκριθούμε στην πρωτοβουλία του άλλου. Στα τόσα σημεία που εκείνος υπερέχει, εμείς έχομε να αντιτάξουμε μόνον ένα: το ότι είμαστε μέλη μιας Ένωσης, στην οποίαν δεν είναι μέλος της ο συζητητής μας. Δηλαδή, ναι, να συζητήσουμε, αλλά ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), όχι απλώς ως Ελλάδα. Κάθε υποχώρηση που θα κάνουμε θα είναι υποχώρηση της ΕΕ. Θυμάμαι πριν από πολλά χρόνια που ο τότε πρωθυπουργός Σημίτης είχε συζητήσει την είσοδο της Τουρκίας στην ΕΕ κάτω από συγκεκριμένους όρους. Συζητούσα με ένα Γερμανό συνάδελφό μου. Και με ρώτησε: «Μα θέλουν πραγματικά οι Έλληνες να γίνει μέλος της ΕΕ η Τουρκία;» Φυσικά, ο Γερμανικός λαός, γενικά ο Ευρωπαϊκός λαός στην πλειονότητά του ΔΕΝ θέλει την Τουρκία μέλος της ομοσπονδίας του. Είναι πολλές και θεμελιώδεις οι διαφορές μας, όπως ελευθερία του λόγου, ανεξαρτησία της δικαιοσύνης κλπ. Η επόμενη κυβέρνησή μας, για να δείξει την καλή διάθεσή της, αφαίρεσε τους όρους από την πρόταση.
Αλλά πώς να πάρουμε πρωτοβουλίες; Αυτές πρέπει να πηγάζουν από τον πολιτικό και στρατηγικό στόχο μας που φοβάμαι πως δεν έχομε. Δεν ξέρομε στοιχειωδώς ποιος είναι ο χάρτης της χώρας μας. Δεν έχομε να ρωτήσουμε κανέναν γι΄ αυτόν. Οφείλομε να τον αποφασίσουμε, να τον ψηφίσουμε και να τον καταθέσουμε στους διεθνείς οργανισμούς, ΟΗΕ, ΝΑΤΟ, ΕΕ. Κάθε συζήτηση με τη γειτονική χώρα χωρίς την ομπρέλα της ΕΕ μπορεί να αποβεί μπούμεραγκ, αν δεν αποτελεί μέρος των πολιτικών τακτικών μας που εξυπηρετούν το σκοπό μας. Η τοποθέτησή μας σε διεθνείς οργανισμούς οφείλει φυσικά να συνοδεύεται από εξονυχιστική νομική επιχειρηματολογία. Κι όταν έχουν δεχτεί οι διεθνείς οργανισμοί τις τοποθετήσεις μας, ας έλθει οποιοσδήποτε να τις αμφισβητήσει. Θα βρει το Σύμπαν εναντίον του.
Δεν ξέρω αν είναι σωστή η παρακάτω σκέψη μου. Οι Αμερικανοί μείωσαν το ενδιαφέρον τους για το Ευρωπαϊκό ΝΑΤΟ και ζητούν από τους Ευρωπαίους εταίρους να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες τους. Οι Ευρωπαίοι, στα πλαίσια της ΕΕ κατέληξαν στο SAFE, ένα ευρωπαϊκό αμυντικό σύστημα. Το ευχόμουν. Θα δυναμώσει η ΕΕ χωρίς να εξαρτώνται οι αποφάσεις της από χώρες έξω από αυτήν, (ΗΠΑ, Τουρκία), ενώ θα προστατεύει την Κύπρο, που δεν είναι στο ΝΑΤΟ. Αρκετές όμως από τις χώρες της ΕΕ θέλουν συνεργασία με την Τουρκία στα πλαίσια του αμυντικού προγράμματος SAFE. Εμείς, με απειλή αρνησικυρίας, σωστά είπαμε ότι δεν τη δεχόμαστε όσο ισχύει το casus belli. Ξεχάσαμε δυστυχώς άλλα προβλήματα, όπως την κατοχή της Βόρειας Κύπρου, το δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας κλπ. Να λοιπόν ποια είναι η σκέψη μου που θα ευχόμουν να εξεταστεί σε όλες τις λεπτομέρειες: Να πάρουμε εμείς την πρωτοβουλία να ζητήσουμε εμείς να συνεργαστεί με το SAFE η Τουρκία, ΑΦΟΥ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΣ έχει καταργήσει το νόμο του casus belli, έχει αποσύρει τα στρατεύματά της από την ομοεθνή Κύπρο και την έχει αναγνωρίσει, έχει ακυρώσει το δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας, το σχετικό νόμο που ετοιμάζει, το παράνομο Τουρκολυβικό σύμφωνο. Με αυτούς τους όρους, αφήνομε τους λοιπούς εταίρους μας να διατυπώσουν αυτοί τις επιφυλάξεις τους για τους λοιπούς λόγους που δεν συμπαθούν τη γειτονική χώρα, όπως είναι οι κατάφωρες παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων, που αναφέραμε παραπάνω. Δείχνομε έτσι διεθνώς την καλή θέλησή μας για «ήρεμα νερά», χωρίς άμεσες (και άνισες) συζητήσεις.
Παράλληλα πρέπει να κάνουμε κινήσεις που πιέζουν την Τουρκία. Να ενώσουμε με λοιπούς ενδιαφερομένους (Αρμένιους, Ασσύριους) τις διεθνείς προσπάθειές μας για την αναγνώριση της γενοκτονίας των Ποντίων, των διώξεων κατά των Κωνσταντινουπολιτών και όποιου άλλου σχετικού θέματος. Αυτοί ανταπαντούν με τη σφαγή των Τούρκων στην άλωση της Τροπολιτσάς, που την ονομάζουν γενοκτονία. Ας το δεχτούμε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Κι ας συγκρίνουμε: Τις λίγες δεκάδες χιλιάδες Τούρκων που αφανίστηκαν από την Πελοπόννησο με τις εκατοντάδες χιλιάδες Ελλήνων που αφανίστηκαν από την Τουρκία. Και ας προβάλουμε τα επιχειρήματα που είχε προβάλει τότε ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και δικαιολογούσαν τη στάση μας στη διάρκεια μιας επανάστασης, χωρίς τον προγραμματισμό από ένα κράτος, όπως έγινε στην Τουρκία. Εμείς δεν είχαμε κράτος τότε.
Χρειάζεται μεγάλη προετοιμασία για τέτοιες πρωτοβουλίες. Η τεχνητή νοημοσύνη θα τις διευκολύνει. Βούληση χρειάζεται.
Παράλληλα ίσως χρειαστεί να πιέσουμε και τους συμμάχους και εταίρους μας. Δεν καταλαβαίνω π.χ. γιατί δεν έχομε επιδιώξει τις αποζημιώσεις που μας οφείλει η Γερμανία για όσα έκανε σε βάρος μας στη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής. Αρχικά το αντεπιχείρημα ήταν ότι δεν μπορούσε να μας αποζημιώσει η τότε Δυτική Γερμανία, αφού το χρέος αφορούσε και την Ανατολική. Τώρα όμως οι δυο Γερμανίες έχουν ενωθεί σε μία. Ένα άλλο επιχείρημα της Γερμανίας μπορεί να είναι ότι θα πρέπει να αποζημιώσουν και άλλα κράτη, όπως η Σερβία και προπάντων η Ρωσία. Ναι, λέω, γιατί όχι;