Παρουσίαση των αποτελεσμάτων των νέων αρχαιολογικών ερευνών στην περιοχή «Καστρί» στη Χαλανδριανή της Σύρου

Το Καστρί «αποκαλύπτει» ακόμη μετά από χιλιετίες

Διαφήμιση

Μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα παρουσίαση πραγματοποιήθηκε το απόγευμα της Τετάρτης, 9 Μαρτίου, με θέμα τα αποτελέσματα των τελευταίων ανασκαφικών εργασιών στη θέση «Καστρί» στη Χαλανδριανή της Σύρου, από την Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία και την διευθύντρια των συστηματικών ανασκαφών στο Καστρί, Μαρίζα Μαρθάρη.

Η κ. Μαρίζα Μαρθάρη σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Aθηvώv, όπου και πραγματοποίησε τη διδακτορική της διατριβή με θέμα «Ακρωτήρι Θήρας: Η κεραμική του Στρώματος της Ηφαιστειακής Καταστροφής». Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία της στην Αρχαιολογική Υπηρεσία το 1979 και υπηρέτησε ως  επιμελήτρια, αναπληρώτρια προϊσταμένης και επί μακρόν διευθύντρια της Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Κυκλάδων και Σάμου. Διεξήγαγε πολλές ανασκαφές στις Κυκλάδες και τη Σάμο και είναι σήμερα διευθύντρια των συστηματικών ανασκαφών Καστριού Σύρου της Αρχαιολογικής Εταιρείας και Σκάρκου Ίου της Εφορείας Αρχαιοτήτων Κυκλάδων. Επίσης οργάνωσε και συνδιοργάνωσε μουσειακές εκθέσεις και διηύθυνε έργα ανάδειξης σε σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους. Επιπλέον διοργάνωσε και συμμετείχε με ανακοινώσεις σε επιστημονικά συνέδρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Η έρευνα που διεξάγεται από το 2006 στο απόκρημνο ύψωμα του Καστριού στη Σύρο υπό την αιγίδα της Αρχαιολογικής Εταιρείας είναι η τρίτη κατά σειράν έρευνα μετά από τις παλαιότερες του Χρ. Τσούντα (τέλη 19ου αι.) και της E.-M. Bossert (μέσα 20ου αι.).

Σύμφωνα με την παρουσίαση της κ. Μαρθάρη, την οποία αξίζει να σημειωθεί ότι παρακολούθησαν πάνω από 200 άτομα, η νέα έρευνα επικεντρώθηκε στο νότιο τμήμα του οικισμού που είχε μείνει ανεξερεύνητο. Έγινε κατανοητό, ότι στην κορυφή του υψώματος υπήρχε ένα τρίτο, εσωτερικό τείχος παράλληλο προς τα δύο εξωτερικά τείχη (δηλαδή στο προτείχισμα και το κυρίως τείχος με τους πεταλόσχημους πύργους), που ισχυροποιούσε περαιτέρω το σύστημα οχύρωσης του οικισμού. Στον χώρο που περίβαλλε το εσωτερικό τείχος ήρθε στο φως κτίσμα με άφθονη κεραμική και επισημάνθηκε μεγάλη συγκέντρωση Μηλιακού οψιανού.

Έξω από το εσωτερικό τείχος αποκαλύφθηκαν κτιριακά κατάλοιπα ενώ στην αδόμητη έκταση στα δυτικά και σε άλλα σημεία του οικισμού αλλά και εκτός των τειχών επισημάνθηκαν βράχοι με σύνθετες επίκρουστες παραστάσεις.

Από την εξειδικευμένη μελέτη των μεταλλικών αντικειμένων προέκυψε ότι στο Καστρί δεν χυτευόταν μόνο αρσενικούχος χαλκός αλλά πιθανότατα και κασσιτερούχος χαλκός καθώς και μόλυβδος.

Η κ. Μαρθάρη αναφέρθηκε εκτενώς σε όλα τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα αρχαιολογικά ευρήματα, μεταξύ των οποίων και οργανικά στοιχεία, τα οποία δίνουν πληροφορίες σχετικά με τις διατροφικές συνήθειες των κατοίκων του οικισμού, οι οποίες δείχνουν ότι κυρίως καταναλώνονταν αιγοπρόβατα και βοοειδή. Επιπλέον, καταναλώνονταν οστρακοειδή, τα όστρακα των οποίων χρησιμοποιούνταν και για τη δημιουργία κοσμημάτων ή διακοσμητικών.

Παράλληλα, από τα διάφορα ευρήματα αγγείων, οι ερευνητές τείνουν να θεωρούν πως υπήρχαν χώροι μαγειρείων ή συμποσίου, καθώς βρέθηκαν μαγειρικά σκεύη, εργαλεία αφαίρεσης του δέρματος των ζώων, κοπής και επεξεργασίας, αλλά και πολλοί ενδιαφέροντες πίθοι (πιθάρια), που άλλοι χρησίμευαν για τη μεταφορά, άλλοι για την αποθήκευση και άλλοι με ιδιαίτερα περίτεχνο διάκοσμο στο εξωτερικό τους. Ταυτόχρονα, έχουν βρεθεί και πολλοί κύλικες σε διάφορα μεγέθη και σχέδια.

Διαφήμιση

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στα ευρήματα που αφορούν σε πυξίδες, οι οποίες ήταν μονές, διπλές, ή ακόμη και οι σπανιότερες τριπλές πυξίδες.

Ένα ακόμη σημαντικό κομμάτι της παρουσίασης της κ. Μαρθάρη, αφορούσε στις διαφόρων ειδών βραχογραφίες που έχουν βρεθεί στο Καστρί και τη Χαλανδριανή, από ακανόνιστες κοιλώσεις πάνω στις πέτρες, έως σύνθετες απεικονίσεις πλοίων με επιβάτες κλπ, αλλά και το σχήμα του δελφινιού, που δεσπόζει σε βράχο.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για το Στρόφιλα Άνδρου

Αξίζει να σημειωθεί, ότι στο πλαίσιο των ελεύθερων διαλέξεων της Αρχαιολογικής Εταιρείας σχετικά με τις εν εξελίξει ανασκαφές και τα τελευταία ευρήματα, πραγματοποιήθηκε νωρίτερα, μέσα στον Φεβρουάριο του 2022 αντίστοιχη παρουσίαση και για τον αρχαιολογικό χώρο του Στρόφιλα Άνδρου, από την διευθύντρια των ανασκαφών, Χριστίνα Τελεβάντου.

Ο εντοπισμός του Στρόφιλα στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και η 25ετής ανασκαφή του (1997-2022) αποκάλυψε τμήμα ενός μεγάλου οχυρωμένου οικισμού που άκμασε κατά την Τελική Νεολιθική περίοδο (4500-3200 π.Χ.).

Τα μεγάλα συλλογικά έργα, όπως η οχύρωση, τα ιερά, το μέγαρο, φαίνεται ότι βασίσθηκαν σε έναν αρχικό βασικό/γενικό χωροταξικό σχεδιασμό. Αποκαλύφθηκαν εκτεταμένες πυκνές βραχογραφίες, ενίοτε με αλλεπάλληλα στρώματα εν είδη παλίμψηστου, με συμβολικά (γεωμετρικά και εικονογραφικά) θέματα και αφηγηματικές σκηνές (π.χ. πομπή πλοίων, ανθρώπινες μορφές σε σκηνές κυνηγιού). Οι πλέον των 120 απεικονίσεων πλοίου σε δημόσιους χώρους προβάλλουν το σύμβολο της κοινότητας, βεβαιώνουν τον ναυτικό χαρακτήρα του οικισμού και την έντονη θαλάσσια δραστηριότητά του (ναυπηγική, ναυτιλία, εμπόριο, αλιεία) .

Τα στοιχεία δείχνουν ότι ο Στρόφιλας ήταν ένας ακμάζων πρώτο-αστικός ναυτικός οικισμός, ο οποίος αναμφισβήτητα διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο σε ένα ευρύτερο δίκτυο μικρότερων και/ή παρόμοιων οικισμών κατά την Τελική Νεολιθική περίοδο, επεκτείνοντας τους ορίζοντες της κυκλαδικής και ευρύτερα της αιγαιακής προϊστορίας και εικονογραφίας.