Του Δημ. Α. Σιδερή, ομ.καθηγητή καρδιολογίας

Γνώση, Συναίσθημα, Βούληση

Διαφήμιση

Η νόησή μας έχει τρία στοιχεία (Πλάτων): Είσοδο, (γνώση, λόγο), έξοδο (βούληση, επιθυμητικό, διάθεση) και ενδιάμεσο ρυθμιστικό μηχανισμό (συναίσθημα, θυμοειδές, συγκίνηση, στάση). Εξαρχής έγινε προσπάθεια να ιεραρχηθούν τα τρία στοιχεία. Ο Πλάτων έθεσε επικεφαλής το λογιστικό. Είναι ο αμαξάς που κρατά τα χαλινάρια για να ελέγχει τα δυο ατίθασα άλογα, το συναίσθημα και τη βούληση. Από τότε πέρασαν πολλοί αιώνες και έμεινε στην πρωτοκαθεδρία ο λόγος ως τον Hegel. Υποθέτω, διότι λόγο έχομε μόνον οι άνθρωποι και αυτή θεωρείται η κύρια διαφορά μας από τα υπόλοιπα ζώα. Η στάση μας στηρίζεται βιολογικά στο γεγονός ότι είμαστε τα μόνα ζώα που μπορούμε να σχηματίζουμε δευτεροβάθμια εξαρτημένα αντανακλαστικά. Τα ζώα έχουν φυσικά αντανακλαστικά, τα ομοιόθερμα πουλιά και θηλαστικά σχηματίζουν και εξαρτημένα αντανακλαστικά, (μαθαίνουν στη βάση των φυσικών). Οι άνθρωποι επιπλέον δημιουργούμε και δευτεροβάθμια εξαρτημένα αντανακλαστικά στη βάση προσχηματισμένων πρωτοβάθμιων. Δηλαδή μπορούμε να αναγνωρίζουμε λέξεις, να τις ανταλλάσσουμε με άλλους ανθρώπους, να αποκτούμε έτσι έννοιες, περίπου κοινές για όλους. Οι λέξεις είναι τα δομικά υλικά από τα οποία δομείται ο λόγος. Αρκεί αυτό όμως για να ιεραρχούμε τη γνώση πάνω από βούληση και συναίσθημα; Αυτή η στάση μας ενέχει κάποιο ανθρωποκεντρικό ρατσισμό. Ο Αριστοτέλης αναγνώρισε πως η βούληση μπορεί να λειτουργεί αυθύπαρκτα. Ενεργοποιείται από τη γνώση (προαίρεση), αλλά και μόνη της (όρεξη). Η όρεξη έχει περιοδικότητα με αυτοματισμό, σαν ταλαντωτής που ακολουθεί τους νόμους της ταλάντωσης VanDerPol. Είμαστε η κορωνίδα των ζώων, επομένως, και το στοιχείο που μας διακρίνει από αυτά είναι ανώτερο από τα λοιπά, που έχουν και τα άλλα ζωντανά. Από αυστηρά επιστημονική, αντικειμενική, σκοπιά, όμως, αυτή η στάση μας είναι αυθαίρετη.

Ο Spinoza είχε επιφυλάξεις: "Η επιθυμία είναι η ίδια η ουσία του ανθρώπου", γράφει. Και ο Schopenhauer προχώρησε στην απροκάλυπτη βουλησιαρχία. Ο Freud, αποκάλυψε την επικράτηση της βούλησης στο υποσυνείδητο, από το οποίο μας ενεργοποιεί εν αγνοία μας. Και εδώ υπάρχουν τάξη, νόμοι, κανόνες, που όμως ηχούν παράλογοι υπό το φώς της συνείδησης. Γνώση λοιπόν και βούληση. Και το συναίσθημα;

Το νεογνό δεν διαθέτει γνώση, πέρα από τους αυτοματισμούς των φυσικών αντανακλαστικών με τα οποία γεννήθηκε. Δεν καταλαβαίνει τι του λέμε. Ούτε βούληση διαθέτει, τίποτε δεν θέλει, τίποτε δεν μας λέει ότι θέλει. Έχει όμως συναίσθημα. Και το εκφράζει με κάθε τρόπο, με κλάμα, γέλιο, κινήσεις, εκκρίσεις. Η μάνα του το καταλαβαίνει και αυτόματα ανταποκρίνεται ανάλογα. Και τη συναισθηματική απάντηση της μητέρας την προσλαμβάνει το βρέφος. Αλλά και στα τέλη της ζωής μας, ιδίως στη βαθμιαία επιδείνωση της νόησής μας στην άνοια, έχει εξαφανισθεί η γνωστική ικανότητά, ενώ, ακόμη και η βούλησή δεν υφίσταται. Μπορεί το άτομο να υποφέρει, αλλά δεν ξέρει τι θέλει. Όπως το βρέφος που, όταν κλαίει, ή πονάει ή πεινάει, χωρίς να ξέρει το ίδιο και να εκφράζει τι από τα δύο ισχύει. Από καθαρά επιστημονική σκοπιά, επομένως, το συναίσθημα φαίνεται να έχει την πρωτοκαθεδρία, όπως το υπαινίσσεται ο Marcuse.

Έχει όμως σημασία η ιεράρχηση των τριών στοιχείων της νόησής μας; Οι ιεραρχήσεις αποκτούν νόημα μόνο στην κοινωνική όψη του Εγώ μας. Ο λόγος χαλιναγωγεί το συναίσθημα και τη βούλησή μας. Χάρη σ΄ αυτό τον περιοριστικό ρόλο του πέτυχε τη μοναδική για τον άνθρωπο εκούσια ανάπτυξη της κοινωνίας, του πολιτισμού. Ό,τι πετύχαμε είναι αποτέλεσμα των περιορισμών που έθεσε ο λόγος μας κυρίως στις διατροφικές και γενετήσιες επιθυμίες μας. Έτσι, όμως έγινε πηγή της δυστυχίας μας. Το συναίσθημα, ταλαντώνεται, από μια δυσάρεστη φάση της έλλειψης, σε μια ευχάριστη της ικανοποίησης που επιτυγχάνεται με την ενεργοποίηση της βούλησής μας. Η καταπίεση της επιθυμίας είναι δυστυχία. Υπάρχει εναλλακτικός πολιτισμός;

Τέτοιος πολιτισμός θα στηριζόταν στους νόμους του συναισθήματος και της βούλησης εξίσου, όπως και της λογικής. Ο μόχθος δεν είναι καθαυτόν δυσάρεστος. Ταλαντώνεται από τη διέγερση στη χαλάρωση, κούραση, ξεκούραση. Υπηρετεί κάποιο σκοπό. Όταν ο σκοπός αυτός είναι δικός μας, ο μόχθος είναι ευχάριστος, όταν είναι κάποιου άλλου (δουλεία), είναι δυσάρεστος. Κουραζόμαστε όταν παίζουμε, αλλά αυτό είναι χαρά. Με το παιχνίδι μαθαίνομε. Το γατάκι, το σκυλάκι, παίζουν. Θα μπορούσε άραγε η εκπαίδευσή μας να χρησιμοποιεί σα μέσο το παιχνίδι; Το βίωσα σε κάποια εκπαιδευτικά σεμινάρια. Τα παιδιά μου έμαθαν να διαβάζουν πριν πάνε στο σχολείο παίζοντας παιχνίδια που επινοούσα γι΄ αυτά. Αυστηρά λογικές γνώσεις, όπως τα μαθηματικά, μπορούν να αποκτηθούν με παιχνίδι, όπως με μαθηματικούς γρίφους. Πιο ομαδικά, με ανάπτυξη άμιλλας μεταξύ των μαθητών, που μόνοι τους συζητούν μεταξύ τους τις γνώσεις που τους προσφέρονται να τις αναζητήσουν μόνοι τους. Παιχνίδι! Τα ομαδικά συναισθήματα εκδηλώνονται παίζοντας. Παίζοντας θέατρο, παίζοντας βιολί ή άλλο όργανο, γενικά, η Τέχνη είναι παιχνίδι. Αν τα συνδυάσουμε όλα αυτά, μήπως θα μπορούσε να δομηθεί ένας πολιτισμός βασισμένος σ΄ αυτά, δηλαδή στη φαντασία, που διέπει ευχάριστα το παιχνίδι; Πόσο πιο ευδαίμονες θα αισθανόμαστε τότε!

"Σοβαρό" έργο μπορεί να επιτελεσθεί με μόχθο είτε ερασιτεχνικά ή επαγγελματικά. Η διαφορά βρίσκεται στην ευχαρίστηση που απορρέει από το μόχθο καθαυτόν. Ο ερασιτέχνης χαίρεται εργαζόμενος, ο επαγγελματίας χαίρεται όχι από την εργασία του, αλλά από την αμοιβή που θα πάρει γι΄ αυτήν. Ο ερασιτέχνης μοχθεί για να ικανοποιήσει το δικό του σκοπό, που τον ολοκληρώνει από την αρχή ως το τέλος, ενώ ο επαγγελματίας έναν αλλότριο σκοπό και μάλιστα για να επιτελέσει ένα μέρος του όλου έργου, χωρίς την ικανοποίηση να δει το σκοπό ολοκληρωμένο. Η ερασιτεχνία γέννησε όλες οι επιστήμες. Πριν υπάρξουν αυτές, οι πρωτοπόροι δεν είχαν σπουδάσει την επιστήμη τους, αφού αυτή δεν προϋπήρχε. Πολλές φορές μάλιστα διώχθηκαν γι΄ αυτή τους την αποκοτιά.

Είναι όμως δυνατό να βασισθεί μια κοινωνία στον ερασιτεχνισμό, αντί του επαγγελματισμού; Ανεξέλεγκτη η ερασιτεχνία μπορεί να οδηγεί στον τσαρλατανισμό. Αλλά και δεν υπάρχει ποιοτική πρόοδος της κοινωνίας χωρίς φαντασία! Ας παίξουμε λοιπόν. Η ώρα πλησιάζει. Χάρη στην τεχνολογία, τείνομε προς τον αυτοματισμό, που θα απαιτεί πολύ λιγότερη προσπάθεια για την παραγωγή των αναγκαίων. Στον ελεύθερο χρόνο που δημιουργείται, οι άνθρωποι μπορούν να ασχολούνται ερασιτεχνικά με ό,τι επιθυμούν. Απαιτούνται βέβαια πολιτικές μετατροπές που δύσκολα γίνονται ανεκτές από τους κρατούντες: Να μειώνονται οι αναγκαίες ώρες εργασίας όχι με απολύσεις εργαζομένων, που διχοτομούν την κοινωνία σε μετέχοντες στην παραγωγή και παρίες, ζητιάνους, αλλά με ισότιμη μείωση του επαγγελματικού ωραρίου για όλους. Αυτό απαιτεί σύστημα γνήσια δημοκρατικό, όχι εξουσιοδοτημένους πληρεξουσίους.