Του Δημ. Α. Σιδερή, ομ. Καθηγητή καρδιολογίας

ΣΥΡΡΑΚΟ

  • Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου, 2017 - 06:12
  • /   Eνημέρωση: 20 Σεπ. 2017 - 7:21

Μ΄ αρέσουν τα παραμύθια. Την ιστορία που θα σας αφηγηθώ την άκουσα προφορικά από Ηπειρώτες. Μοιάζει παραμύθι. Ενέχει όμως πολλή ιστορία. Δεν επιδίωξα να την επαληθεύσω μην τύχει και μου τη χαλάσουν, τόσο ωραία μου φάνηκε. Και μοναδικά δραματική.

Επισκέφθηκα το Συρράκο πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια. Ήταν ένα έρημο χωριό με πανέμορφα αρχοντικά. Βρίσκονταν εκεί 2-3 άνθρωποι, ένας Έλληνας, δύο Αλβανοί που κάτι χτίζανε ή μάλλον επιδιόρθωναν. Από άλλους άκουσα την ιστορία του. Και πριν από λίγες μέρες διάβασα το συγκλονιστικό νέο στο Facebook.

Το Συρράκο χτίστηκε το 15ο αιώνα από βλαχόφωνο πληθυσμό και άνθισε οικονομικά και πνευματικά. Είχε 3-4 γιατρούς όταν τα Ιωάννινα είχαν μόνον ένα. Από το Συρράκο κατάγονταν ο Ι.Κωλέττης, γιατρός, αγωνιστής και πρωθυπουργός της Ελλάδας, ο αγωνιστής και ποιητής Γ.Ζαλοκώστας, ο ποιητής Κ.Κρυστάλλης και άλλοι επιφανείς άνθρωποι. Ο πληθυσμός του ήταν γύρω στις 3000 άτομα, σπάνιο φαινόμενο στο ύψος των 1150 μέτρων που είναι χτισμένος ο οικισμός.

Η άνθισή του οφειλόταν στην ασυνήθιστη ταξική διαίρεση του πληθυσμού με την αγαστή συνεργασία τους. Ήταν οι τσοπαναραίοι και οι ραφτάδες. Οι τσοπαναραίοι έβοσκαν γιδοπρόβατα. Πουλούσαν το μαλλί στους ραφτάδες κι αυτοί έφτιαχναν υφάσματα που τα διοχέτευαν σ΄ όλο τον κόσμο. Οι ραφτάδες ήταν βέβαια πιο αστικοποιημένοι. Η ταξική διαίρεση ήταν πολύ βαθιά, τόσο, που δεν γίνονταν γάμοι μεταξύ τσοπαναραίων και ραφτάδων. Ωστόσο, η αμοιβαία εξάρτησή τους τούς έκανε να ζουν αρμονικά. Και ξαφνικά, το 1910 ήλθε η σωτήρια απελευθέρωση. Κι αυτή ήταν το θανάσιμο πλήγμα για τους Συρρακιώτες. Άνοιξαν οι δρόμοι με την ελεύθερη Ελλάδα και το μαλλί άρχισε να φθάνει στους ραφτάδες πιο φθηνό από το αν το αγόραζαν από τους τσοπαναραίους. Ξεκίνησαν οι έριδες. Η αντιπαλότητα έφθασε στα άκρα, στα πρόθυρα του εμφύλιου σπαραγμού. Και τότε έγινε κάτι πρωτοφανές. Συγκεντρώθηκαν στην πλατεία, συζήτησαν και αποφάσισαν να «αυτοκτονήσει» το χωριό. Όλοι ανεξαιρέτως οι Συρρακιώτες, τσοπαναραίοι και ραφτάδες, εγκατέλειψαν το χωριό τους. Με τα πλούτη του, τα πανέμορφα πέτρινα αρχοντικά του, τη μακρά ιστορική και πολιτιστική παράδοσή του, τις αναμνήσεις του. Εγκατέλειψαν το χωριό και τα όνειρα και τα μίση τους όλοι και δεν ξαναγύρισαν. Τα τελευταία χρόνια, όπως ανέφερα παραπάνω, άρχισαν οι απόγονοί τους, σκόρπιοι κυρίως στην Πρέβεζα και στην Αθήνα, να αναπαλαιώνουν την πλούσια παράδοση του τόπου τους.

Και να η επόμενη έκπληξη που διάβασα στο Facebook στις 31 Αυγούστου. «Μνήμη στοιχειωμένη. Αυτό που έγινε στο Συρράκο τον Αύγουστο του 2017 να τιμήσουν ανεξαρτήτως, όλους όσους φονεύτηκαν τη περίοδο 1940-50, μπορεί να είναι η απαρχή για έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης… Η πρωτοβουλία του Συνδέσμου Συρρακιωτών Πρέβεζας, ωστόσο, υπερβαίνει αυτή την αντίληψη. Κατέγραψαν τους νεκρούς του χωριού τους, Συρράκου. Της δεκαετίας 1940-1950. Εκείνους που δεν μνημονεύονται. Αυτούς που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς στην Καισαριανή και τη Μουσιωτίτσα. Αυτούς που εκτελέστηκαν στην Παργινόσκαλα ή στη δίκη της Πρίντζου στα Γιάννενα. Αυτούς που σκοτώθηκαν στις εμφύλιες συγκρούσεις της Κατοχής. Και αποφάσισαν να τους τιμήσουν. Να τους αναγνωρίσουν το δικαίωμα της δημόσιας ύπαρξής τους. Ως νεκρών. Πλάι στους νεκρούς του Εθνικού Στρατού στη διάρκεια του Εμφυλίου. Και κάτι ακόμη σημαντικότερο. Συμπεριέλαβαν στην τοπική μνήμη και τους πολίτες που έπεσαν τυχαία θύματα της εμφύλιας βίας. Είναι μια διαφορετική ερμηνεία για την Ιστορία. Που δεν γράφεται μόνο από όσους πολεμούν. Από όσους χύνουν το αίμα τους στην εμπροσθοφυλακή. Είναι και τα αθώα θύματα. Οι πολίτες, οι μη στρατεύσιμοι, που βρέθηκαν σε λάθος θέση μια συγκεκριμένη στιγμή.»

Δυο συγκλονιστικά γεγονότα από τον ίδιο πληθυσμό του ίδιου μοναδικού χωριού: να αποφύγουν τον εμφύλιο αλληλοσπαραγμό με κάθε θυσία, ακόμη και καταδικάζοντας σε θάνατο το ίδιο το χωριό τους. Και να τιμήσουν τους νεκρούς κάθε παράταξης, ανεξάρτητα από το πού ήταν τοποθετημένοι, όλα τα θύματα του εμφύλιου σπαραγμού. Χωρίς να ζητούν να βρουν ποιος είχε δίκιο και ποιος άδικο. Στον εμφύλιο πόλεμο όλοι έχουν άδικο. Δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Όλοι είναι ηττημένοι. Σε κάθε πόλεμο όλοι βρίσκονται σε άμυνα. Όχι, δεν πρέπει να ξεχνάμε, πρέπει να συγχωρούμε ενθυμούμενοι. Όχι επιλεκτικά. Όχι κρίνοντας («μη κρίνετε ίνα μη κριθείτε», Μτ. 7, 1-5). Αλλά τιμώντας, διότι όλοι πολεμούσαν για ένα ιδανικό. Ή διότι δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς. Και θρηνώντας, διότι όλοι ήταν αθώα θύματα.

Η παραπάνω ιστορία μου θύμισε μιαν άλλη. Προσωπική, όχι ομαδική αυτή τη φορά. Γερμανία. Κοντά σε ένα διάσημο καθηγητή έχουν συγκεντρωθεί για μετεκπαίδευση η αφρόκρεμα των Ελλήνων νέων της εποχής. Ένας έγινε αργότερα καθηγητής βυζαντινής ιστορίας σε Ελληνικό πανεπιστήμιο, μία έγινε Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, ένας έγινε αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας (νομίζω), ένας έγινε φιλόλογος ζωντανεύοντας στη σύγχρονη γλώσσα τους προσωκρατικούς φιλοσόφους κλπ. Ο ίδιος ο καθηγητής δάσκαλός τους έγινε Πάπας Ρώμης. Από το φίλο μου καθηγητή άκουσα την ιστορία. Ο ιερωμένος της παρέας ήταν από την Κρήτη. Παιδάκι, είδε μπροστά στα μάτια του Γερμανούς να σφάζουν την οικογένειά του. «Καλά και με τέτοια εμπειρία, πώς άντεξες να έλθεις στη Γερμανία για μετεκπαίδευση;» απόρησε ο φίλος μου. «Δεν καταλαβαίνεις. Άλλο είναι να θυμάσαι κι άλλο να συγχωρείς!».

Η μνήμη είναι το έργο των ιστορικών. Εκτός από την αφήγηση των γεγονότων που αξίζουν ως ευκλεή να μη λησμονηθούν, αναζητούν και τις αιτίες τους, κατά τον Ηρόδοτο, όχι τους αιτίους. Τους αιτίους τους αναζητά η αστυνομία και η δικαιοσύνη. Αν κρίνουμε τα πρόσωπα και όχι τις πράξεις, κι εμείς θα κριθούμε, λέει ο Ματθαίος. Άλλο είναι να μου πει κάποιος πως λέω ανακρίβειες αξιολογώντας την πράξη μου κι άλλο να με πει ψεύτη κρίνοντας εμένα. Αντίθετα από τους ιστορικούς, ποικίλοι άλλοι που ασχολούνται με το παρελθόν, κυρίως πολιτικοί αλλά και πλήθος διανοουμένων και μη, από το παρελθόν αναπολούν τα συναισθήματά τους και από αυτά αναδομούν τα γεγονότα. Οφείλομε να θυμόμαστε, αλλά και να συγχωρούμε. Δεν ωφελεί να αποσιωπούμε τι έκαναν οι Γερμανοί, οι Τούρκοι, σε μας ή εμείς σε κείνους, οι δεξιοί στους αριστερούς και οι αριστεροί στους δεξιούς. Η μνήμη μπορεί να επιβληθεί, η λήθη όχι. Να θυμόμαστε. Και να συγχωρούμε. Σαν τους αξιοθαύμαστους Συρρακιώτες. Και τον κληρικό στη Γερμανία.

Αυτή, η Χριστιανική, κάθαρση είναι η μόνη που μπορώ να δω στη μαύρη παράδοση (με ελάχιστα φωτεινά διαλείμματα) της πατρίδας μας αφότου ελευθερωθήκαμε. Να το σύνθημα: «Ο Λαός δεν ξεχνά/όσο λάμπει ο ήλιος/τι σημαίνει εμφύλιος».