Ιωάννα Μουτουσίδη και Γιάννης Μπορμπαντωνάκης - Τους ενώνει η αγάπη τους για τη θάλασσα, για το ξύλο ως πρώτη ύλη και την τέχνη που επέλεξαν να υπηρετήσουν

Σύρος: Δύο νέοι γνωρίστηκαν στο νησί και επέστρεψαν με την τέχνη του καραβομαραγκού

  • Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου, 2023 - 09:24
φωτο: ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΚΑΛΙΑΣ

Οι παλιοί καραβομαραγκοί λένε πως όταν ακούγεται το πρόσταγμα «φόρα βόλτα», όταν φεύγει το σόκορο, δηλαδή ο τάκος, και ένα πλεούμενο αφήνει πίσω του τη στεριά για να γλιστρήσει στο νερό, κάνει ένα χαρακτηριστικό τρίξιμο. Εκείνοι το θεωρούν ένα είδος αποχαιρετισμού: το σκαρί και ο μάστοράς του χωρίζουν για πάντα. Η Ιωάννα Μουτουσίδη και ο Γιάννης Μπορμπαντωνάκης λίγες φορές έχουν ακούσει αυτόν τον ήχο. Στο ξεκίνημά τους βρίσκονται, άλλωστε. Στην αρχή μιας πορείας δύσκολης αλλά γεμάτης συγκινήσεις: πριν από μερικά χρόνια αποφάσισαν να γίνουν καραβομαραγκοί. Tο εργαστήριό τους βρίσκεται στην Ερμούπολη της Σύρου. Εκεί μας υποδέχτηκαν.

Πυκνά σύννεφα έρχονταν από τον βορρά αλλά εκείνη την ώρα, λίγο πριν από το μεσημέρι, η πρωτεύουσα των Κυκλάδων απολάμβανε μια υπέροχη λιακάδα. Και από την αυλή του σπιτιού τους, στην πλαγιά του Επισκοπείου (Πισκοπειού, για τους ντόπιους), οι στέγες των παραλιακών κτιρίων, το λιμάνι και οι γερανοί του Νεωρίου προέβαλλαν λουσμένα στο φως. Δεν κατάγονται από το νησί. Η Ιωάννα μεγάλωσε στη Χαλκίδα, οι γονείς της είναι υπάλληλοι. Ηρθε στη Σύρο για να φοιτήσει στο Τμήμα Μηχανικών Σχεδίασης Προϊόντων και Συστημάτων του Πανεπιστημίου Αιγαίου και την αγάπησε. Εδώ συνάντησε τον Γιάννη, Κρητικό, γιο φαρμακοποιών, που εργαζόταν στον χώρο του ιστιοπλοϊκού τουρισμού και στα ναυπηγεία και από παιδί τον γοήτευε το… φευγιό της θάλασσας. «Ελεύθερε άνθρωπε, πάντα θα λατρεύεις τη θάλασσα!», αναφέρει τον στίχο του Μποντλέρ.

Ο δάσκαλος

Μαζί –και από σπόντα, όπως λένε– γνώρισαν την τέχνη της ξυλοναυπηγικής μέσω ενός παλιού μάστορα, του Νίκου Δαρουκάκη. «Σκάρωνε στο τοπικό καρνάγιο ένα σκάφος και είδαμε από κοντά τη συναρπαστική διαδικασία του χτισίματος ενός καϊκιού. Πώς, από το μηδέν, από ένα άδειο χωράφι και ένα σωρό ξύλα, γεννιέται ένα καινούργιο πλεούμενο. Μαγευτήκαμε», θυμάται εκείνη. Ομως σχολή στη χώρα μας δεν υπάρχει. Οι δύο νέοι έφυγαν για την Ισπανία, τη Χώρα των Βάσκων, για να σπουδάσουν στη διεθνή ναυπηγική σχολή παραδοσιακών ξύλινων σκαφών Albaola. Τρία χρόνια εκεί αποκόμισαν πολλές γνώσεις και βίωσαν πρωτόγνωρες εμπειρίες. «Η πρώτη μου μαθητεία ήταν στη δημιουργία ακριβούς αντιγράφου ενός βασκικού φαλαινοθηρικού του 1537. Δούλευα στο πέτσωμα της γάστρας, όπου στη συνέχεια θα τοποθετούσαμε τον εσωτερικό σκελετό», λέει ο Γιάννης. Η σύντροφός του πήρε το βάπτισμα του πυρός με τη ρεπλίκα ενός δεκαπεντάμετρου γαλλικού κοντραμπατζίδικου σκάφους, λαθρεμπορικού και πειρατικού δηλαδή. Συνέβαλε στον σχηματισμό της σάλας.

Επέστρεψαν στην Ελλάδα έχοντας αγαπήσει ακόμα περισσότερο τη θάλασσα, και το ξύλο ως πρώτη ύλη, και την τέχνη που επέλεξαν να υπηρετήσουν. Αλλά και με ένα παράπονο: «Παρά τη μακραίωνη παράδοσή μας, δεν στηρίξαμε ως χώρα την ξυλοναυπηγική, δεν κρατήσαμε ζωντανή την κουλτούρα του ξύλινου σκάφους. Δεν συνειδητοποιήσαμε την αξία της. Οι ΗΠΑ, η Βρετανία και η Ολλανδία κρατούν τα σκήπτρα. Σπουδαίες καραβοχώρες. Η Γαλλία έχει πέντε σχολές. Εμείς ακόμα καμία. Μακάρι να υλοποιηθούν οι εξαγγελίες του υπουργείου Πολιτισμού για τη δημιουργία μιας οργανωμένης δομής επαγγελματικής κατάρτισης και μαθητείας», συνεχίζει ο Γιάννης. «Και ας τονίσουμε το “επαγγελματική” γιατί ναι μεν έχουμε συνηθίσει να την αποκαλούμε παραδοσιακή τέχνη, όμως η ξυλοναυπηγική πάνω απ’ όλα είναι επάγγελμα. Χρειάζεται νέους ανθρώπους, με γνώση, πάθος και δημιουργική ορμή. Πρέπει να εμπλουτίζεται, να εξελίσσεται, να βελτιώνεται. Μόνο έτσι δεν θα γίνει μουσειακό είδος».

Αλλη αίσθηση έχει το ξύλινο πλεούμενο, συμφωνούν όλοι οι άνθρωποι της θάλασσας. Με τα πλαστικά πιάνεις μεγαλύτερες ταχύτητες αλλά λίγο να φυσήξει γίνονται καρυδότσουφλα, σε πάει ο καιρός όπου θέλει. Τα ξύλινα είναι στιβαρά, αντέχουν, επιβάλλονται στους ανέμους. Κι όμως, περίπου 13.500 ξύλινα καΐκια, σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις, ή τουλάχιστον 11.000, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, καταστράφηκαν τις τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα. Μοναδικά δείγματα της ναυπηγικής παράδοσής μας χάθηκαν για πάντα, με επιδότηση της Ευρωπαϊκής Ενωσης, στο πλαίσιο της πολιτικής της για την αντιμετώπιση της υπεραλίευσης.

«Είναι πολύ στενάχωρο, δεν αντέχεται. Βλέπουμε σχετικά βίντεο και βουρκώνουμε», λέει η Ιωάννα Μουτουσίδη. «Δεν μπορώ να καταλάβω πώς μπορεί κανείς με τόση ευκολία να αφανίσει κάτι τόσο όμορφο, που χρειάστηκε άπειρες εργατοώρες αλλά και μεράκι και αγάπη για να δημιουργηθεί, που έδωσε ψωμί και χαρά σε πολλούς ανθρώπους. Δεν είναι σαν να γκρεμίζεις έναν τοίχο, τα ξύλινα σκαριά είναι ζωντανά, έχουν ψυχή», συμπληρώνει ο Γιάννης Μπορμπαντωνάκης.

Το «πογκρόμ»

Λόγω της ευρωπαϊκής οδηγίας, που δεν αποκλείεται να οδηγήσει σύντομα σε νέο… πογκρόμ καϊκιών, όσων απέμειναν, ελάχιστα καινούργια φτιάχνονται πια. Από πλευράς κατασκευής, λοιπόν, οι δουλειές είναι λίγες. Οι περισσότερες ανάγκες είναι για επισκευές και συντηρήσεις. Αυτό που τώρα «χτίζει» το ζευγάρι είναι ένα μικρό ιστιοφόρο αναψυχής το οποίο σκοπεύουν να πουλήσουν. Πόσο χρόνο χρειάζεται για να γίνει; «Τουλάχιστον τέσσερις μήνες. Δυστυχώς καλά υλικά, όπως μπρούτζινες βίδες και καρφιά, δεν υπάρχουν πια στην Ελλάδα και αναγκαζόμαστε να τα παραγγείλουμε από το εξωτερικό. Αυτό συνεπάγεται καθυστερήσεις και μεγαλύτερο κόστος», απαντά η Ιωάννα. «Φαφαφίνα θα λέγεται, όνομα που οι ιθαγενείς στα νησιά Σαμόα δίνουν πάντα στο τέταρτο παιδί μιας οικογένειας. Μας το πρότεινε ένας φίλος από την Αμερική, μια και είναι το τέταρτο σκάφος μας».

Τους ρωτώ ποιο είναι το πιο αγαπημένο τους κομμάτι στη διαδικασία της δημιουργίας ενός ξύλινου πλεούμενου. «Τρία θα πω», λέει έπειτα από σκέψη ο Γιάννης. «Το άτμισμα του ξύλου (από δρυ, ακακία, πεύκο, έλατο ή καραγάτσι) για να γίνει εύκαμπτο και να του δώσεις το σχήμα που θέλεις. To “Whiskey Plank”, αμερικανικό έθιμο: όταν τελειώσουν το πέτσωμα και τοποθετούν την τελευταία τάβλα, οι μαστόροι πίνουν ένα ουίσκι με το σκάφος, βάζουν στα ποτήρια τους και ρίχνουν λίγο στην πλώρη και στην πρύμνη. Και, φυσικά, το πρώτο ταξίδι, όταν βλέπεις ότι όλα έγιναν σωστά».

Η Ιωάννα δυσκολεύεται να διαλέξει. «Με όλα τα βήματα ενθουσιάζομαι στην αρχή και μετά ονειρεύομαι το επόμενο. Αγαπώ πολύ το βάψιμο, γιατί σημαίνει ότι η ώρα που το σκάφος θα μπει στη θάλασσα δεν θα αργήσει. Και, φυσικά, είναι πάντα πολύ συγκινητική η καθέλκυση. Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά, ανυπομονώ να δω ότι το δημιούργημά μας είναι αξιόπλοο». Και η μεγαλύτερη αρετή ενός καραβομαραγκού; «Η αφοσίωση και η υπομονή», απαντούν με μια φωνή. «Δοκιμάζεσαι κάθε λεπτό! Το επάγγελμά μας είναι κατά 80% χαμαλοδουλειά –κουβάλημα, τρίψιμο, καρφώματα– και το υπόλοιπο κομμάτι είναι το πιο ευχάριστο, το δημιουργικό, αυτό που σε αποζημιώνει για τον κόπο».

Το ζευγάρι ονειρεύεται να «χτίσει» ένα μεγάλο σκάφος, δικό τους, μήκους περίπου δεκατριών μέτρων, για να το κάνουν σπίτι τους και να ταξιδέψουν μ’ αυτό σε μέρη που δεν έχουν ακόμα επισκεφτεί. «Τι να σας ευχηθώ; Καλές θάλασσες», τους ρωτώ πριν μπω στο πλοίο της επιστροφής.

– Oχι, είναι γρουσουζιά. Σαν να λες «καλή ψαριά» σε έναν ψαρά. Στην Ισπανία λένε «Buenas proas», καλές πλώρες.

– Να σας ευχηθώ επίσης να μείνετε εραστές των μακρισμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων;

– Ωραίο ακούγεται κι αυτό!

Ο Καββαδίας έδωσε τη λύση. Η ποίηση έχει πάντα τον τρόπο της…

Πηγή kathimerini.gr

Τασούλα Επτακοίλη

Φωτό: ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΚΑΛΙΑΣ

Ετικέτες: