Έρευνα οικογενειακών προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ για το 2013

Περιορίστηκαν κι άλλο οι δαπάνες

Άμεσοι αποδέκτες της κρίσης τα ελληνικά νοικοκυριά, διαβιούν οριακά, περιορίζοντας δραματικά τις δαπάνες τους, ακόμα και στα στοιχειώδη, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας.

Η έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ, που δόθηκε στη δημοσιότητα και αφορά στην Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών, παρουσιάζει το μέγεθος των περικοπών που υποχρεωτικά επιβλήθηκαν από τα μνημόνια και τη βαθιά οικονομική ύφεση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα, επηρεάζοντας αρνητικά την καθημερινή διαβίωση του μεγαλύτερου αριθμού των ελληνικών οικογενειών.

Τα τραγικά οικονομικά αποτελέσματα με τη συρρίκνωση των εισοδημάτων που επέφεραν τα μνημόνια γίνονται εμφανή από τη μείωση των δαπανών διαβίωσης των ελληνικών νοικοκυριών.

Ως απόρροια των δύο δανειακών συμβάσεων της χώρας και η νέα οικονομική επιδείνωση στο επόμενο διάστημα εξαιτίας μίας τρίτης που αναμένεται, ανεβάζουν το ύψος των περικοπών στο 31,5%,από το 2009, πριν το πρώτο μνημόνιο έως το 2013. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι από 2.203,55 ευρώ μηναία έξοδα το 2009, έφτασαν σε 1.509,39 ευρώ το 2013.

Οι δαπάνες αναμένεται να παρουσιάσουν μεγαλύτερη συρρίκνωση λόγω της νέα δανειακής σύμβασης, που θέλουν να επιβάλουν στη χώρα και την οποία προωθούν με ιδιαίτερη μεθοδικότητα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, με πρόσχημα την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού των δύο επομένων ετών 2015-2016.

Άλλωστε υπερασπίστηκε σαφώς αυτή την εξέλιξη ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, ο οποίος αιτιολόγησε την αναγκαιότητα νέου δανεισμού της χώρας λέγοντας πως αποτελεί τον τρόπο για αύξηση της ρευστότητας παρέχοντας διευκόλυνση προς τις τράπεζες, μέσω της αποδοχής εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ως εγγύηση, των ελληνικών ομολόγων.

Ποσοστά περικοπών

Οι περικοπές των εσόδων που προέρχονταν από μισθούς και συντάξεις οδήγησαν αναλογικά και στις περικοπές των δαπανών, οι οποίες πλέον κυμαίνονται κάτι λιγότερο από 5.253,77 ευρώ για το 21% του πληθυσμού, το οποίο ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας, με τη μέση μηναία δαπάνη να ανέρχεται σε μόλις 1.509,39 ευρώ, μειωμένη κατά 7,8% σε σχέση με το 2012, ενώ μόνο μέσα σε ένα χρόνο, το ποσοστό περικοπών στις μηνιαίες δαπάνες διαβίωσης από το 2012 στο 2013 αυξήθηκαν κατά 7,8%.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ οι δαπάνες μεταξύ 2012-2013 μειώθηκαν σε ότι αφορά στις μεταφορές, τα διαρκή αγαθά, τη στέγαση, τα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια, τα διάφορα αγαθά και υπηρεσίες, την εκπαίδευση και τις επικοινωνίες, αυξάνοντας τις δαπάνες για την υγεία, τα αλκοολούχα ποτά και τον καπνό.

Από τους προϋπολογισμούς των δαπανών το μεγαλύτερο ποσοστό αφορά κυρίως τα είδη διατροφής (20,4%) και έπονται η στέγαση (13,7%) και οι μεταφορές (12,5%), με το χαμηλότερο ποσοστό δαπάνης (3,4%) να αφορά στην εκπαίδευση.

Συνολικά οι μηνιαίες δαπάνες μειώθηκαν μέσα σε ένα χρόνο κατά 127,71 ευρώ και εξ αυτών οι υψηλότερες μηνιαίες περικοπές καταγράφηκαν στα έξοδα θέρμανσης (-17,56 ευρώ), ενώ σημαντικά ποσοστά καταγράφονται και στους περιορισμούς στα έξοδα εστιατορίων (-14,82 ευρώ) και στην κίνηση των μεταφορικών μέσων (-9,74 ευρώ), ενώ οι μεγαλύτερες αυξήσεις μηναίων δαπανών καταγράφονται στα φάρμακα (5,11%) και ακολουθούν τα καφενεία (3,68 ευρώ).

Συγκεκριμένα περί τα 725.000 νοικοκυριά δεν χρησιμοποίησαν κεντρική θέρμανση κατά το 2013 εξαιτίας της υπέρογκης αύξησης της τάξης του 450% του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης που οδήγησε την τιμή του πετρελαίου από 6 στα 33 λεπτά το λίτρο.

Χρήση κεντρικής θέρμανσης έκαναν 1.592.835 νοικοκυριά, μειωμένα κατά 31,3% σε σύγκριση με τα 2.317.127 νοικοκυριά το 2012.

Όσον αφορά στις μηνιαίες καταναλώσεις των διαφόρων ειδών καυσίμων υπήρξε μείωση των υγρών καυσίμων κατά 46,1%, του φυσικού αερίου κατά 3,2 %, σε αντίθεση με των στερεών καυσίμων όπως καυσόξυλα, πελλέτες κ.λ.π. που αυξήθηκε κατά 20,7% όπως και της ηλεκτρικής ενέργειας που σημείωσε αύξηση κατανάλωσης 1,2% και υγραερίου κατά 0,3%.

Δαπάνες αναλόγως εργασιακής κατάστασης

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, τα νοικοκυριά με ένα άτομο μόνο, ηλικίας 65 ετών και άνω, έχουν κατά 54,5% λιγότερες δαπάνες από τη μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών. Αντίθετα, νοικοκυριά που αποτελούνται από ένα ζευγάρι με δυο παιδιά έως και 16 ετών, έχουν κατά 42% περισσότερες δαπάνες σε σχέση με τη μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών.

Νοικοκυριά με υπεύθυνο οικονομικά μη ενεργό ή άνεργο, δαπανούν κατά μέσο όρο το 82,1% της μέσης μηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών, ενώ αυτά με υπεύθυνο αυτοαπασχολούμενο με μισθωτούς το 199,5%.

Μείωση σε σύγκριση με το 2012, καταγράφεται στις δαπάνες νοικοκυριών με υπεύθυνο μισθωτό κατά 8,5%, ενώ αύξηση κατά 4,4% καταγράφεται στις δαπάνες νοικοκυριών με υπεύθυνο αυτοαπασχολούμενο με μισθωτούς.

Η μέση μηνιαία δαπάνη διαφέρει ανάλογα με την ηλικία του υπευθύνου του νοικοκυριού.

Όπως και στην έρευνα του 2012, τα νοικοκυριά με υπεύθυνο ηλικίας 45- 54 ετών δαπανούν, κατά μέσο όρο, περισσότερο. Συγκεκριμένα, τα νοικοκυριά αυτά δαπανούν, κατά μέσο όρο, το 124,7 % της μέσης μηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών της χώρας, ενώ αυτά με υπεύθυνο ηλικίας 75 ετών και άνω το 56,3%.

Τα νοικοκυριά που διαμένουν σε αγροτικές περιοχές δαπανούν 1.249,90 ευρώ μηνιαίως, ενώ αυτά που διαμένουν σε αστικές περιοχές 1.594,72 ευρώ. Ήτοι, τα νοικοκυριά που διαμένουν σε αγροτικές περιοχές, δαπανούν, κατά μέσο όρο, 21,6% λιγότερο από τα νοικοκυριά που διαμένουν σε αστικές περιοχές.

Όσον αφορά τώρα τους πλούσιους και τους φτωχούς, το μερίδιο της μέσης ισοδύναμης δαπάνης (αγορές, τρέχουσες τιμές) του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού είναι 5,7 φορές μεγαλύτερο από το μερίδιο της μέσης ισοδύναμης δαπάνης του φτωχότερου 20% του πληθυσμού (5,9 για το 2012). Ο δείκτης μειώνεται στο 4,5 όταν συμπεριληφθούν στην καταναλωτική δαπάνη και οι τεκμαρτές δαπάνες.

Το μερίδιο της μέσης ισοδύναμης δαπάνης για είδη διατροφής των νοικοκυριών του φτωχότερου 20% του πληθυσμού ανέρχεται στο 32,3% των δαπανών των νοικοκυριών της χώρας, ενώ το αντίστοιχο μερίδιο του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού ανέρχεται στο 13,5%.

Η μέση μηνιαία δαπάνη των φτωχών νοικοκυριών εκτιμάται στο 32,8% των δαπανών των μη φτωχών νοικοκυριών. Τα φτωχά νοικοκυριά δαπανούν το 33,6% του μέσου προϋπολογισμού τους σε είδη διατροφής, ενώ τα μη φτωχά το 18,8%. Λόγω της σύνθεσης των φτωχών νοικοκυριών (ηλικιωμένοι, ανασφάλιστοι, κ.λπ.), η δαπάνη τους για την υγεία ανέρχεται στο 9% του μέσου προϋπολογισμού τους, ενώ η αντίστοιχη δαπάνη των μη φτωχών ανέρχεται στο 7%.

Ετικέτες: